Saturday, November 11, 2023

Marlborough, Cadogan, Churchill, Turing

 Πιστεύετε στις συμπτώσεις; Αν όχι, μήπως στην δύναμη του πεπρωμένου; Ιδιαίτερα για τις μεγάλες προσωπικότητες, σαν και αυτές που σφραγίζουν ανεξίτηλα τον κόσμο στο διάβα της ιστορίας τους; Τι θα λέγατε αν μαθαίνατε για τις απίστευτες αναλογίες στις συμπτώσεις στη ζωή δυο ατόμων της ίδιας οικογενείας;


Ο Winston Churchill ανήκει αναμφισβήτητα στην χορεία των πρωταγωνιστών του 20ου αιώνα. Η ζωή του είχε αποτελέσματα που προβάλλονται στον χώρο και τον χρόνο πολύ μακρύτερα απο το πλαίσιο δράσης του. Γόνος αριστοκρατικής οικογενείας της οποίας η αλυσίδα πήγαινε πίσω κάμποσους αιώνες στον John Churchill, 1ο Δούκα Marlborough, αυτόν που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και ως γενάρχη του οίκου. Με αυτόν λοιπόν τον διάσημο πρόγονο είναι που παρατηρούμε μια σειρά απο ενδιαφέρουσες συμπτώσεις. Στρατιωτικοί και πολιτικοί και οι δύο υπηρέτησαν την πατρίδα τους και μια πλειάδα απο μονάρχες της.


Παρά τα προφανή τους προσόντα η καριέρα τους ήταν γεμάτη απο σκαμπανεβάσματα. Χρειάστηκε δε ακόμα και να αλλάξουν στρατόπεδο για να αναγνωριστούν. Ο John ξεκίνησε ως αυλικός του οίκου των Stuart δίπλα στον James II, τον τελευταίο καθολικό βασιλιά της Αγγλίας, η ανικανότητα του οποίου του έδωσε μεταξύ άλλων το, μάλλον βρωμερό, προσωνύμιο “Seamus an Chaca” (Ιάκωβος ο … σκατοκέφαλος) απο το Ιρλανδικό του στράτευμα. Αφού έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταστολή της εξέγερσης του Monmouth για να στηρίξει τον ηγεμόνα του, άλλαξε πορεία και συνομώτησε εναντίον του κατά την διάρκεια της Glorious Revolution του 1688 που σφράγησε την εκδίωξη του. Στα βήματα του προγόνου έπρεπε να βαδίσει και ο νεαρός πολιτευτής Winston αφού ξεκίνησε να πολιτεύεται με τους Συντηρητικούς, μεταπήδησε στους Φιλελευθέρους και κατέληξε πίσω στους Συντηρητικούς για να αναλάβει την πρωθυπουργία τις παραμονές του Β’ ΠΠ.


Επειδή λοιπόν ισχύει πάντοτε το ρητό “την προδοσία πολλοί ηγάπησαν, τον προδότη ουδείς” ο John δεν κατάφερε να απαλλαγεί εύκολα απο τις κατηγορίες του Ιακωβιτισμού με αποτέλεσμα να χάσει τα αξιώματα και να περάσει και ένα φεγγάρι απο τον London Tower, μισητή φυλακή και σύμβολο της απολυταρχίας των Νορμανδών κατακτητών.


Τα ίδια και ο πολιτικός Winston που μετά την καταστροφική απόβαση στην Καλλίπολη υπεβιβάσθη απο υπουργός Ναυτικών σε κάτι σαν υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου. Μια άλλη θητεία ως υπουργός των Οικονομικών δεν πήγε πολύ καλύτερα αφού συνδέθηκε με την επιστροφή της στερλίνας στον χρυσό κανόνα σε προπολεμική ισοτιμία με αποτέλεσμα να δημιουργήσει υφεσιακές πιέσεις στην Βρετανική οικονομία.


Αν η ιστορία σταματούσε εκεί, σίγουρα η παρουσία των πρωταγωνιστών μας θα ήταν μάλλον μια υποσημείωση. Αλλά του “τροχού τα γυρίσματα” και της μοίρας τα κελεύσματα έφεραν εξελίξεις που έμελλε να δοξάσουν το όνομα της οικογένειας απο την πλέον ανέλπιστη πηγή. Φανατικοί πατριώτες και οι δύο, υποστηρικτές του αυτοκρατορικού πεπρωμένου της Αγγλίας έμελλε να δοξαστούν απο ένα πόλεμο επι του ηπειρωτικού Ευρωπαικού εδάφους. Για τον John, ορίστηκε αρχιστράτηγος απο την βασίλισσα Άννα στον πόλεμο της “Ισπανικής διαδοχής” (1701–1715) που ενέπλεξε τις σημαντικότερες Ευρωπαικές δυνάμεις. Για τον Winston το διακύβευμα ήταν ακόμα μεγαλύτερο, ο Β’ ΠΠ.


Το παρόν πόνημα δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικής μελέτης ή ακόμα περισσότερο ενδελεχούς βιογραφίας των πρωταγωνιστών. Όπως όλα γεννήθηκε μικρό, απο μια ελάχιστη παρατήρηση: την διαφορά που έκανε στην εξέλιξη των πολέμων των πρωταγωνιστών μας, το πλεονέκτημα της κρυπτανάλυσης.


Οξύμωρο ίσως θα πείτε ότι μια λεπτομέρεια φαίνεται να έκρινε τον πόλεμο. Ακόμα δε περισσότερο ότι το έργο αυτό ανέλαβαν κάποιοι συνεργάτες των πρωταγωνιστών. Για τον John, ο συνεργάτης ήταν ένας στρατιωτικός με γνώσεις γλωσσολογίας ο William (General Earl) Cadogan. Για τον Churchill, δεν ήταν κανείς άλλος απο τον Alan Turing. Αυτό δε το συμπέρασμα βγαίνει απο τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Για τον μεν Cadogan, o Ολλανδός Grand Pensionary Heinsius είχε πει “If you want to have a Duke of Marlborough, you need a Cadogan”. Ο Turing, πιο τραγικός, κέρδισε τα εύσημα απο τον ίδιο τον Churchill: “Turing made the single biggest contribution to allied victory”.


Ο Cadogan παρ’ότι ξεκίνησε για σπουδές νομικής στο Trinity College στο Δουβλίνο, ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο και σε νεαρή ηλικία οι ικανότητες του έγιναν αντιληπτές απο τον πρόγονο Churchill, ο οποίος τον ανέδειξε σε κορυφαίο επιτελή του. Τον διέκριναν οι διοικητικές ικανότητες, η οργάνωση της επιμελητείας αλλά δεν έλειψε και απο το πεδίο της δράσης, ιδιαίτερα για τη συλλογή πληροφοριών καθώς μιλούσε αρκετές γλώσσες. Κατά την διάρκεια της εξορίας του Churchill τον ακολούθησε στερούμενος όλων των βαθμών του για να επιστρέψει μαζί του όταν αυτός επανήλθε στο αξίωμα του.


Ο Turing δεν είχε την τύχη του Cadogan. Η προσφορά του σε περισσότερους του ενός τομείς (μαθηματικά, λογική, πληροφορική, τεχνητή νοημοσύνη, βιολογία) δεν αναγνωριστήκε εν ζωή αντίστοιχα με την αξία της καθώς κόπηκε το νήμα της στην ηλικία των 42 ετών. Αν επικεντρωθούμε στην συμμετοχή του Turing στον Β’ΠΠ θα τον βρούμε επικεφαλής της μυστικής μονάδας κρυπτανάλυσης υπεύθυνης για να αποκρυπτογραφεί τα σήματα των Γερμανικών υποβρυχίων. Εκεί σχεδίασε και επέβλεψε την κατασκευή μηχανών αποκρυπτογράφισης με εξαιρετική επιτυχία. Η επιτυχία όμως δεν ήρθε χωρίς την προσωπική υποστήριξη του Winston Churchill στον οποίο κατέφυγαν για να εγκρίνει τους απαραίτητους πόρους κατά προτεραιότητα. Ο επίσημος Βρετανός ιστορικός του Β’ΠΠ εκτίμησε ότι το έργο του μείωσε την διάρκεια του πολέμου στην Ευρώπη κατά 2 χρόνια και έσωσε περισσότερες απο 14 εκατομμύρια ζωές.


Οι αναλογίες είναι πολλές. Όσο τις κυνηγάς βρίσκεις περισσότερες. Κάποιες ίσως και να φαίνονται υπερβολικές. Αλλά ο ρόλος που έπαιξαν δύο μεγάλες πανευρωπαικές συρράξεις στη ζωή δυο πρωταγωνστών απο την ίδια οικογένεια και το πως η κρυπτανάλυση ήταν το μυστικό της επιτυχίας τους μου φάνηκε αρκετά σημαντικός για να τον προσπεράσω.


ΥΓ. Η αρχική σκέψη για να γράψω αυτή την ανάρτηση μου δημιουργήθηκε διαβάζοντας την εξαιρετική μελέτη The Secret World: A History of Intelligence

Thursday, June 23, 2022

ΛΕΥΚΗ ΣΗΜΑΙΑ


 


“Standing in the middle of the road is very dangerous; you get knocked down by the traffic from both sides.”

— Lady Margaret Thatcher

Όπως κάθε πρώτη του χρόνου μαζεύτηκαν οι μάγοι και οι ήρωες της φυλής μας, για να γιορτάσουμε την μέρα της ανεξαρτησίας μας. Χρειάστηκε να πάω στην κεντρική πλατεία απο την προηγουμένη για να καταφέρω να εξασφαλίσω μια θέση με θέα προς το δάσος στο οποίο θα συγκεντρωνότουσαν και φέτος οι πρωταγωνιστές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Άν και ήμουν μόλις τριάντα ετών ήμουν ήδη συνταξιούχος και έτσι είχα την πολυτέλεια του χρόνου.

Δέν ήταν αυτή η εθνική μας εορτή ανέκαθεν. Μόνο οι πιο παλιοί θυμόμαστε πια εκείνες τις μαθητικές παρελάσεις που κάναμε προς το τέλος του μήνα Μαρτίου, το αντίστοιχο της αρχής της Άνοιξης σήμερα. Στα σχολεία αναρτούσαμε στους τοίχους κάτι εικόνες απο σκληρό χαρτόνι με πρόσωπα τώρα ξεχασμένα απο τον κόσμο και την επίσημη λογοκρισία Αυτά όμως είχαν όλα αλλάξει. Σύμφωνα με τη νέα επέτειο γιορτάζαμε την ανεξαρτησία μας απο το παρελθόν. Εξ’ ου και η επιλογή της μέρας.

Το παρελθόν είναι βάρος. Αυτό το είχαμε καταλάβει όλοι. Στο επίσημο κατάλογο με τα επιχειρήματα για την αναγκαιότητα του νέου καθεστώτος, οι μάγοι της φυλής μας ανέφεραν το παράδειγμα πολλών γειτονικών λαών μας που αναλώθηκαν σε πολέμους με αφορμή γεγονότα παλιά. Εμείς δεν θα αφήναμε να μας συμβεί αυτό. Έτσι καταλήξαμε να γιορτάζουμε αυτή τη μέρα σαν την πιό ιερή μέρα του χρόνου.

Όπως εξήγησα ήδη ήμουν συνταξιούχος. Αυτό δεν σήμαινε ότι δεν εργαζόμουν. Κάθε άλλο. Συνταξιούχοι με νόμο του Υπουργείου Χρόνου χαρακτηρίζονταν όσοι είχαν ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο εμπειριών με αποτέλεσμα το βάρος του χρόνου να έχει ¨κυρτώσει τις πλάτες τους”, όπως λέγαμε παλιά. Σε αντίθεση με τους νέους συμπολίτες μας που δεν είχαν αφήσει το χρόνο να μολύνει τις σκέψεις τους, εμείς αποτελούσαμε τροχοπέδη για την πρόοδο της κοινωνίας. Στην αρχή σκέφτηκαν να μας σκοτώσουν. Στις επόμενες μέρες συζητήθηκε πάλι το θέμα μας στο υπουργικό συμβούλιο και κάποιος ανθρωπιστής με αφορμή την οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα μας θυμήθηκε το παλιό ρητό “η εργασία απελευθερώνει”. Έτσι αντί για να εκτελεστούμε αποφάσισαν να μας βάλουν να εργαζόμαστε διπλή βάρδια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να κάνω μια παρένθεση για να εξηγήσω τη δομή της κυβέρνησης μας. Η κυβέρνηση μας εκλεγόταν απ’ ευθείας απο το λαό. Σύμφωνα με το σύνταγμα μας στις εκλογές το μόνο κόμμα που μπορούσε να συμμετέχει ήταν το κόμμα της Λογικής. Αυτό άλλωστε ήταν και το λογικό. Επι κεφαλής της κυβερνήσεως ήταν ο πρόεδρος. Πρόεδρος ήταν μια λέξη παλιά και δύσχρηστη γιατί γεννήθηκε σε μέρες ένδοξες, συνεπώς κανείς απο εμάς δεν ένιωθε και πολύ βολικά να την χρησιμοποιεί. Στην καθομιλουμένη ο λαός μας τον έλεγε πρωτο-καθισμένο γιατί στην αρχαία μας γλώσσα έδρα σήμαινε καρέκλα, κάθισμα. Σε ένα τοίχο τα πρώτα χρόνια μετά απο την Επανάσταση είδα να τον αποκαλούν και πρωτό-κωλλο σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία της λέξης έδρα. Έστριψα το βλέμμα μου και απομακρύνθηκα γρήγορα γιατί εκείνα τα χρόνια της πρώτης Τρομοκρατίας οι πράκτορες ήταν παντού και δεν ήθελα να με δούν να διαβάζω αντιδραστικά συνθήματα.

Το υπουργικό συμβούλιο ήταν ολιγομελές. Κάτω απο τον πρόεδρο ήταν ο υπουργός του Χρόνου που προανέφερα και ο υπουργός του Χώρου. Η επίσημη προπαγάνδα δεν τους ανέφερε ποτέ με τις ιδιότητες τους αλλά με τους τίτλους <<συμπαθής>> και <<παρα-συμπαθής>>. Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι άν χρησιμοποιούσαμε αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς θα δίναμε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση ήταν συντονισμένη σαν ένα σώμα. Το πιο πιθανό είναι όμως ότι στην πρώτη κυβέρνηση της επανάστασης κάποιος αντιδραστικός είχε παρεισφρύσει και επέβαλε αυτούς τους ειρωνικούς χαρακτηρισμούς. Γιατί εδώ που τα λέμε όλοι ξέραμε ότι οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν και οι καλύτερες. Μόνο ένας απο τους δύο θα μπορούσε να διαδεχθεί τον πρόεδρο και ο άλλος σύμφωνα με το σύνταγμα μας έπρεπε τότε να εγκαταλείψει το υπουργείο του. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι έπρεπε να βγεί “εκτός τόπου και χρόνου”. Η αθώα αυτή έκφραση σήμαινε για όσους ήξεραν, ότι ο ηττημένος θα διαφραφόταν απο τα αρχεία της επανάστασης και κανείς πια δεν θα μπορούσε να τον προσεγγίσει. Αυτή η πρακτική είχε προκαλέσει αντιδράσεις τα πρώτα χρόνια, αλλά η επίσημη άποψη ότι μια τέτοια αντιπαλότητα “ενίσχυε την διαλεκτική της Επανάστασης” επικράτησε.

Κάτω απο τον κάθε υπουργό ήταν οι τάξεις των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Οι δύο αυτές εκφράσεις ήταν παρμένες απο το απαγορευμένο βιβλίο. Ο ρόλος των γραμματέων ήταν να συντάσουν τις κρατικές αποφάσεις. Ο ρόλος των φαρισαίων ήταν να κάνουν πως ελέγχουν τους γραμματείς. Φυσικά συμφωνούσαν πάντα. Έτσι είχαν αποφασίσει οι μάγοι που συνέταξαν το σύνταγμα μας.

Μπορεί να φαίνεται πως οι φαρισαίοι δεν έκαναν τίποτα, όμως αυτό δεν ισχύει. Στην εξελικτική αλυσίδα της κοινωνίας μας οι φαρισαίοι ήταν η συνέχεια αυτών που κάποτε αποκαλούσαν δημοσιογράφους. Φυσικά η επίσημη άποψη δεν δέχονταν αυτή την ερμηνεία. Μερικά απο τα επιχειρήματα που ενίσχυαν αυτή την άποψη με έβρισκαν σύμφωνο. Στην αρχαία μας γλώσσα ο δημοσιογράφος έγραφε για τα θέματα του δήμου. Στο νέο καθεστώς η προσωπική μας ζωή είχε συρικνωθεί με αποτέλεσμα η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου να μην έχει πια νόημα. Συνεπώς δεν είχαμε πια ανάγκη και απο δημοσιογράφους.

Οι φαρισαίοι έκριναν δημόσια τις αποφάσεις των γραμματέων στην τηλεόραση. Εφημερίδες δεν υπήρχαν πλέον γιατί με δεδομένη την αντιπαλότητα του νέου καθεστώτος προς τον χρόνο, ποιός είχε διάθεση να ασχολείται με εφήμερα πράγματα; Οι φαρισαίοι μας έλεγαν απο την τηλεόραση για τις νέες αιώνιες αλήθειες. Η συνεχής τους εμφάνιση τους είχε κάνει πολύ δημοφιλείς σε αντίθεση με τους γραμματείς που έκριναν. Παρ’ όλα αυτά όμως κατα βάθος όλοι γνωρίζαμε ότι η ύπαρξη των μεν έδινε λόγο για την ύπαρξη των δέ.

Απο τον καιρό που το κόμμα της Λογικής είχε κερδίσει την εξουσία οι παλιοί μας εχθροί είχαν ξεσκεπαστεί και τα αρχαία μας έθιμα εκδιώχθηκαν απο τη ζωή μας. Στην αρχή ο λαός μας αντέδρασε. Η επίσημη προπαγάνδα ανακήρυξε όλους τους αντιρρησίες πρόσωπα ανεπιθύμητα και τους εξεδίωξε ανηλεώς.

Με συνέλαβαν αμέσως. Όταν άρχισαν τα πρώτα επεισόδια ήμουν ένας απο τους συνήθεις υπόπτους. Με είχαν δεί πολλοί στη γειτονιά να μπαίνω συχνά στο σπίτι των μαυροφορεμένων. Αρχικά θέλησαν να με συνδέσουν με τους σαμποτέρ στο Κέντρο Οικονομικού Προγραμματισμού του υπουργείου χρόνου. Ήξεραν όμως ότι δεν είχα καμμία σχέση και έτσι γρήγορα άλλαξαν πολιτική. Έφεραν στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας ασφαλείας του υπουργείου χώρου που με κρατούσαν ένα παλιό συμμαθητή μου που υπηρετούσε στο Κέντρο Επαρχιακής Περιστολής. της γειτονιάς μου.

“Αδυνάτησες” μου είπε όταν μπήκε στο δωμάτιο.

Είχα να δώ τον Βαγγέλη απο την εποχή που ήμουν σπουδαστής. Είχε γίνει πιο παχύς από ότι ήταν στο σχολείο.

Στην αρχή θεώρησα ότι με προκαλούσε για να κάνω κάποιο σχόλιο για την άθλια οικονομική μας κατάσταση. Κατάφερα όμως να συγκρατηθώ γιατί μια τέτοια βιαστική απάντηση θα δυσκόλευε τη θέση μου.

“Γυμνάζομαι γιατί αλλιώς με την καθιστική δουλειά θα είχα πρόβλημα” απάντησα με κάποια αφέλεια. “Πώς έμπλεξα έτσι;” σκέφτηκα . Δεν ήμουνα κανένας επαναστάτης. Ένας υπάλληλος στο τμήμα υπολογισμών της διεύθυνσης παραγωγής του υπουργείου χώρου ήμουνα, Αφού η επανάσταση έκλεισε την εταιρεία που εργαζόμουν κατάφερα με τις γνωριμίες του πατέρα μου να διορισθώ στη θέση αυτή,

Ο Βαγγέλης διέταξε τον φρουρό να μου λύσει τα χέρια απο τις χειροπέδες.

“Γιατί με κρατάτε;” ρώτησα.

“Ασχολήσαι με την Ιστορία:” με ρώτησε ο αξιωματικός ανάκρισης.

“Ξέρω απο πρώτο χέρι ότι έχεις διαβάσει τον Παππαρηγόπουλο και τον Μαρκεζίνη” είπε ο Βαγγέλης.

Κατέβασα το κεφάλι.

“Ξέρεις ότι και μόνο με αυτή την κατηγορία θα μπορούσα να σε κάνω συνταξιούχο;” παρατήρησε ο αξιωματικός ανάκρισης.

“Στο παρελθόν μόνο” είπα. “Και μάλιστα μόνο μια φορά το κάθε βιβλίο”.

“Στο παρελθόν!!! Στο παρελθόν!!!” ούρλιαξε ειρωνικά ο αξιωματικός.

“Δεν ξέρεις ότι ακόμα και να το αναφέρεις είναι αδίκημα; Η Επανάσταση κατήργησε το παρελθόν.!!!” είπε ο αξιωματικός.

Έμεινα να τον κοιτάω με το ύφος του παιδιού που ξέρει πως ότι και να κάνει θα τιμωρηθεί.

Ο Βαγγέλης με τον αξιωματικό αποτραβίχτηκαν.

“Λέει ψέματα” είπε ο Βαγγέλης. “στο σχολείο μας τα είχε πρήξει με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη”

“Αν έχει προχωρήσει τόσο πολύ στο χρόνο, ίσως πρέπει να φωνάξουμε την Αντιτρομοκρατική” είπε ο αξιωματικός.

“Δεν νομίζω” απάντησε ο Βαγγέλης. “Πιο πολύ μιλάει για τον παρελθόν παρά πράττει. Δεν τον θεωρώ πραγματικά επικίνδυνο. Καλύτερα να τον αφήσουμε και να τον παρακολουθούμε να δούμε που το πάει”

“Θα τον κάνω εγώ συνταξιούχο για μερικά χρονάκια να μάθει.” είπε ο αξιωματικός “και τις ιστοριούλες που λέει να τις ξεχάσει.. Θα τον στείλω εγώ στην Άνω Χώρα και θα στρώσει”

Βυθισμένος σε αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβα ότι η γιορτή είχε ήδη αρχίσει. Το τελετουργικό απαιτούσε οι μάγοι να αποφασίσουν για τα νέα χρώματα της σημαίας μας τον καινούριο χρόνο. Μπορεί να ακούγεται χαζό αλλά αυτή η πράξη είχε το συμβολισμό της. Τη μέρα της ανεξαρτησίας απο το παρελθόν έπρεπε να ξεχάσουμε ότι μας συνέδεε με αυτό. Εφεραν το μεγάλο δοχείο με τα χρώματα και το τοποθέτησαν στο κέντρο του δάσους. Σύμφωνα με το σύνταγμα ο πρόεδρος είχε την αρμοδιότητα για αυτό το καθήκον. Αυτό ήταν και το μόνο πράγμα που έκανε. Όλοι όμως αναγνωρίζαμε τη σπουδαιότητα αυτής της πράξης και για αυτό τον εκτιμούσαμε.

Πρώτος άρχισε να μιλάει ο υπουργός του Χρόνου.

“Μου φαίνεται εξοχώτατε πως και φέτος θα κάνουμε θαυμάσια δουλειά”

“Αυτό ελπίζουμε όλοι” απάντησε ο πρόεδρος

“Προτείνω λοιπόν¨να αρχίσουμε”.

“Ας μην χάνουμε καιρό”.

Ήρθαν οι εκπρόσωποι από κάθε μια από τις επτά συνοικίες της πόλης μας. Κάθε ένας θα πρότεινε από ένα χρώμα για τη νέα μας σημαία.

Πρώτος μίλησε ο εκπρόσωπος της εργατικής συνοικίας.

“Εξοχώτατε. Και αυτή η χρονιά ήταν δύσκολη για την εργατική τάξη. Χύσαμε αίμα για να πάει μπροστά ο τόπος. Προτείνω λοιπόν να βάψουμε τη σημαία κόκκινη.”

Ο εκπρόσωπος της εμπορικής συνοικίας τον διέκοψε αμέσως.

``Νομίζω τα παραλέει ο αξιότιμος εκπρόσωπος της εργατικής συνοικίας. Η σημαία μας πρέπει να βαφτεί γαλάζια. Αυτό εκφράζει το χαρακτήρα του λαού μας.’’

Ο εκπρόσωπος της οικολογικής συνοικίας γέλασε ειρωνικά.

``Εδώ χάνεται ο πλανήτης και θα κοιτάμε χαρακτήρες; Πράσινη πρέπει να βαφτεί η σημαία μας.”

Σε αυτό το σημείο ο καυγάς άναψε για τα καλά και ο κάθε ένας φώναζε για κάθε ένα απο τα χρώματα της ίριδας.

Στο τέλος ο πρόεδρος μας — είναι καλόψυχος και δεν θέλει να χαλάει το χατίρι σε κανένα- αποφάσισε το καλύτερο: να βάψουμε τη σημαία με όλα τα χρώματα!

Πήρε το σκήπτρο του και άρχισε να ανακατεύει τα χρώματα μες το δοχείο. Κανείς δεν μιλούσε εκείνες τις στιγμές γιατί όλοι συναισθανόμαστε τη σημασία που θα είχε το χρώμα της σημαίας μας για τον νέο χρόνο. Μετά από κάποια λεπτά ανακατέματος ο πρόεδρος σταμάτησε ιδρωμένος και οι μπογιατζήδες ανέλαβαν να βάψουν την νέα μας σημαία με το χρώμα που είχε προκύψει στο δοχείο. Μετά, το τελετουργικό απαιτούσε την ανάρτηση της, έτσι που όλοι εμείς στο συγκεντρωμένο πλήθος έξω απο το δάσος να τη δούμε.

Με είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος όταν με ξύπνησαν οι φωνές ενός πιτσιρίκου δίπλα μου που είχε έρθει με τον πατέρα του για να δεί τη νέα μας σημαία.

<<Είναι λευκή!!! Είναι κατάλευκη!!! Στο έλεγα μπαμπά>>

Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη νέα λευκή μας σημαία να κοιματίζει στο δάσος.

Και τότε κατάλαβα πλέον ότι είχαμε παραδοθεί εντελώς.


Thursday, March 3, 2022

A review of the book “Weapons of Math Destruction” by C. O’Neil


Digital Artist, CC0, via Wikimedia Commons

 I read the book “Weapons of Math Destruction” by C. O’Neil and I am glad I did. The book at times reads like a rant, certainly, that is the idea you can get if you read only the short excerpts available online. But it is much more than that. O’Neil has assembled an informed and complete critique of the contemporary uses and misuses of statistical models in various aspects of everyday life.

O’Neil starts with a basic thesis that she stays faithful to throughout the book: despite their legitimate uses, statistical models when applied to domains outside the realm of pure science and technology, have adverse side effects. Her argument is an argument of justice, there is always a minority (???) of people affected for whom we should, and can, do better.

Statistical inference is at the heart of statistical science; you collect some data and based on them you try to estimate the probability of some event. This is not news for e.g. medicine where statistics has been put to good use for ages. For example, what is the fraction of people that will develop cancer at some point in their lives given their smoking and eating habits? Based on a study like this scientists can identify factors that affect our health and make informed public health decisions.

The legitimate example O’Neil provides in the book is about the use of statistics in sports e.g. baseball. There, by meticulously collecting ample and relevant data (emphasis on “relevant” data, we will return to that later) you can rank players and optimize your roster. No objection.

But what happens when direct data is not, easily, available and you have to resort to the use of “proxies” (I am using the vocabulary used in the book). Is it fair to dispute your ability to pay your bills only because you grew up and live in a neighborhood with a high percentage of high school dropouts? Certainly, a lot of kids that do not finish high school have trouble finding and keeping a good job. But, are we allowed to inflict higher insurance premiums to people who have been assigned to a similar bucket only because other people in the same bucket cannot pay their credit card? Fairness and common sense require bypassing the use of such proxies and using the actual data of payment history.

This brings us to the second point the author brings consistently: opacity. How would you like to be evaluated on a set of rules that are not clear to you? This is exactly what happens in many cases where statistical models are used to make decisions. For example, having a perfect SAT score does not guarantee college admission. If so, what does? Well nobody knows. We all tend to think of higher education as a place that promotes academic achievement but academic achievement alone is not a deciding factor. Or, take the example of teacher evaluation at schools. It certainly resonates well with most of us that if we evaluate teachers and reward those that excel accordingly, then the quality of education will improve. But how do we evaluate teachers? Could it be through the performance of their students in standardized tests? If so, how do we correct from improvement from year to year or the educational level of the parents?

A fair critique one can mount against the author’s arguments is one of consistency as well. When it comes to the use of big data in the insurance industry, statistical tools classify people in different buckets of risk. As a result, the industry raises premiums accordingly. This, O’Neil claims, violates the essence of insurance since it transforms it from a bet against a worst-case scenario to a rearrangement of payments for that scenario across time. I can understand this argument but then how is it fair towards the risk-averse fraction of us who deserve a lower premium than the rest?

Clearly, there are no easy answers when it comes to important social problems like the ones the author tackles. O’Neil’s critique rests on two solid pillars that are consistent with our legal tradition: fairness and transparency (I prefer the positive term to the negative ‘opacity’ used in the book). It is reasonable for us to demand that any adoption of the use of big data conforms to these constants of our civilization.

You can hear the author talk about her book here.

Saturday, January 15, 2022

Τα φουστάνια της Σωτήραινας

 “Σιγά το πένθος! Μόλις έκλεισε χρόνο ο μακαρίτης τα μαύρα πετάχτηκαν” δήλωσε αυστηρά ο Σωκράτης στην ανηψιά του την Παναγιώτα και συνέχισε να κλαδεύει τον κήπο της Εκκλησίας του χωριού του.



                                                               Πηγή https://bit.ly/3rfOXWa

“Παρα-είσαι αυστηρός μπάρμπα” αποκρίθηκε η Παναγιώτα. “Σαράντα χρονών γυναίκα ήταν η Σωτήραινα όταν χήρεψε. Το παιδί της καλά-καλά δεν είχε αρχίσει το Γυμνάσιο. Τι ήθελες; Να χωθεί στη γή;” Σκούπισε το μέτωπο της απο τον ιδρώτα, ένευσε γελαστά με το χέρι προς την Σωτήραινα που ανέβαινε φορτωμένη κατά την πλατεία και συνέχισε να σκουπίζει τα κλαδιά που έπεφταν στον αυλόγυρο απο το κλαδευτήρι του μπάρμπα της.

Πάντα ευγενική, πάντα με τη δικαιολογία στο στόμα η Παναγιώτα δεν έμοιαζε στο θείο της. Κόρη της αδελφής του, την μεγάλωσε σαν δικό του παιδί, την πήρε στο σπίτι όταν η μακαρίτισα πέθανε και άφησε την Παναγιώτα μωρό παιδί ορφανό. Έτσι μεγάλωσε η Παναγιώτα. Μαζί με την οικογένεια του θείου της του Σωκράτη, με τη θεία της τη Ευαγγελία και την εξαδέλφη της τη Βαρβάρα. Και όταν τα έφερε ο καιρός και η Ευαγγελία έκλεισε τα μάτια της και η Βαρβάρα παντρεύτηκε στο εξωτερικό η Παναγιώτα έμεινε με τον Σωκράτη. Να τον προσέχει και να τον ανέχεται μαζί.

Ανθρωπος του διαβάσματος ο Σωκράτης, μοίραζε τον καιρό μεταξύ της Εκκλησίας και του γραφείου του. Διάκονος στην Εκκλησία με όλη τη σημασία της λέξης, στο καθάρισμα, στον κήπο, στο παγκάρι, στο ψαλτήρι. Στο γραφείο του όμως, δεσπότης, ταλαιπωρούσε την Παναγιώτα και τα βιβλία του, σκαλίζοντας τα αδιάκοπα, ζητώντας να τρυγίσει τη χαρά που έλειπε απο την υπόλοιπη ζωή του.

Ο Σωκράτης σπούδασε δάσκαλος στα νιάτα του, ότι καλύτερο μπορούσε να ελπίζει ένα παιδί του χωριού της εποχής του. Δεν τον τράβαγε όμως η διδασκαλία. Η γνώση τον τράβαγε. Οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα αφελή πλημμελήματα τους που για άλλους έχουν χάρη αγγελική δεν συγκινούσαν τον αυστηρό Σωκράτη. Αυτός έβλεπε παντού παραβάσεις και ζητούσε να τις ισιώσει. Γρήγορα κατάλαβε ότι αυτός ο δρόμος δεν ήταν για αυτόν. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και τελείωσε τα Οικονομικά.

Στην πρώτη ευκαιρία παραιτήθηκε απο το σχολείο και ορκίστηκε αξιωματικός στην Αεροπορία. Και διέπρεψε. Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία, κερδίζοντας τα “χαμένα” χρόνια του σχολείου και έφτασε να αποστρατευτεί σαν Πτέραρχος. Η έμφυτη του αυστηρότητα μαζί με το κοφτερό του μυαλό και την εργατικότητα του έγιναν παράδειγμα προς μίμηση.

Και μετά; Μετά ο γάμος της κόρης του στην Αμερική, ο θάνατος της γυναίκας του και η επιστροφή στον χωριό και στην Παναγιώτα. Εκεί που ξεκίνησε. Στο “σημείο μηδέν” για τα μυαλά του Σωκράτη. Κανονικά δεν θα γύριζε ποτέ. Κάτι όμως η πρόσκληση της Παναγιώτας, κάτι οι αναμνήσεις απο τα καλακαίρια που είχε περάσει με τη γυναίκα του, τον έκαναν να γυρίσει. Ήταν περίεργος ο Σωκράτης. Ζούσε στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε και όμως ένιωθε ότι συμβιβάστηκε με το χωριό απο τότε που το επισκέφθηκε με τη γυναίκα του.

Δεν ήταν κακός, αυστηρός και παράξενος ήταν ο Σωκράτης. Αυστηρός προς όλους και πρώτα προς τον εαυτό του. Για αυτό ταίριασε στη ζωή του στρατού. Δούλευε σε ένα περιβάλλον που δεν ανεχόταν τα λάθη όπως και αυτός, κέρδιζε όσα χρειαζόταν για να ζεί και είχε αρκετό χρόνο για να μελετάει. Να μελετάει τα πάντα. Τι παραπάνω ήθελε ο Σωκράτης; Όχι! Καλά έκανε και παραιτήθηκε απο δάσκαλος. Ο Σωκράτης ήταν δια βίου μαθητής!

Στο χωριό μόνη παρέα του Σωκράτη εκτός απο την Παναγιώτα και τα βιβλία του ήταν ο εφημέριος του χωριού, ο παπα-Γεράσιμος. Αλλά και αυτή με μέτρο, όπως όλα τα πράγματα στην ζωή του Σωκράτη. Πως να πολυταιριάξουν άλλωστε; Πράος και επιεικής ο παπάς, απότομος και αυστηρός ο Σωκράτης. Το ίδιο Ευαγγέλιο διαβάζαν, χώρια καταλάβαιναν.

Όταν που και που καμμία γριά ενορίτισσα παραπονιόταν στον παπά για τη συμπεριφορά του επιτρόπου Σωκράτη, ο παπά-Γεράσιμος απαντούσε γλυκά: “Δεν είναι κακός. Αυστηρός είναι και παράξενος.”

Δεν είχε όμως μόνο ελαττώματα ο Σωκράτης. Είχει και αρετές! Απεχθανόταν τις κολακίες και τους εύκολους επαίνους. Σε ένα πανηγυρικό εσπερινό στο χωριό κάποιος πολιτευτής έπλεξε το εγκώμιο του “ηρωικού πτεράρχου” του χωριού, για ψήφους ο σιχαμένος. Ο Σωκράτης αμέσως σχολίασε δυνατά: “Φτερά έχει το μυαλό σου και πέταξε. Φαντασμένε!” προς μεγάλη απογοήτευση του παπά-Γεράσιμου ο οποίος προσδοκούσε εξυπηρέτηση για την Εκκλησία απο τον πολιτευτή. Γρήγορα όμως ο παπάς μαλάκωσε. Είπαμε. Δεν ήταν κακός ο Σωκράτης. Αυστηρός ήταν και παράξενος.

“Υπέρτατη αρετή η αγάπη!” επαναλάμβανε συχνά ο παπα-Γεράσιμος τις ώρες που έμεναν οι δυό τους στον ναό, ελπίζοντας κρυφά πως έστω και στα γεράματα θα γύριζε τα μυαλά του συγχωριανού και συνεργάτη. Αλλά ο πολύ-διαβασμένος Σωκράτης απαντούσε πάντα μονολογώντας για να μην προκαλέσει τον παπά “η αγάπη είναι δεύτερη. Την διάκριση αναφέρουν οι Πατέρες ως πρώτη.” Και ο ταπεινός παπάς έκανε πως δεν άκουγε και συγχωρούσε γιατί ήξερε πως ο Σωκράτης έστω και μια φορά μόνο στη ζωή του είχε καταφέρει να βρεί την αγάπη. Αυτή που μετά το θάνατο της γυναίκας του, της Ευαγγελίας, ο Σωκράτης είχε χάσει τα ίχνη της.

Κανείς στο χωριό δεν ήξερε απο που κρατούσε η σκούφια της μακαρίτισας της Ευαγγελίας. Σύντομα όμως ούτε που τους ένοιαζε. Γιατί κάθε φορά που επισκέπτονταν το χωριό ο Σωκράτης με τη γυναίκα του όταν ακόμα υπηρετούσε, η Ευαγγελία ήταν αυτή που είχε τις πολλές επαφές, λες και αυτή ήταν από το χωριό. Πιο δική τους απο τον ντόπιο τον Σωκράτη που σε όλους ήταν απόμακρος γιατί για όλους είχει μια παρατήρηση. Δεν ήταν λίγοι μάλιστα αυτοί που απορούσαν πως παντρευτήκαν οι δυό τους. Τόσο διαφορετικοί.

Και σε αυτό ακόμα ο Σωκράτης εξέπληξε τους χωριανούς. Χωρίς πολλές φασαρίες, ένα καλακαίρι τους παρουσίασε τη Ευαγγελία στεφανωμένη απο μήνες. Ούτε δασκάλα, ούτε απο τα μέρη τους, ούτε πολλούς έρωτες, ούτε πολλά λόγια. Και οι γριές του χωριού, αυτές που δεν ζούν πια, αυτές που τώρα πια ψέλνει ο Σωκράτης τα ψυχοσάββατα με τον παπά-Γεράσιμο απόρρησαν που ο Σωκράτης, ο αυστηρός και παράξενος, τόσο γρήγορα παντρεύτηκε.

Τον αγάπησε τον Σωκράτη η Ευαγγελία. Και τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, μεγάλωσε την κόρη τους την Βαρβάρα και αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα. Και την ώρα που τακτοποίηθηκε η κόρη τους, και ο Σωκράτης πήρε σύνταξη, η ώρα που νόμιζε πως περίμενε τόσα χρόνια η Ευαγγελία, η Ευαγγελία έφυγε. Σαν νοικοκυρά που σκούπισε τις ακαταστασίες μια ζωής και πήγε να ξαποστάσει.

Την αγάπησε ο Σωκράτης την Ευαγγελία. Γιατί τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, γιατί μεγάλωσε την κόρη τους τη Βαρβάρα όσο αυτός δούλευε ή προτιμούσε να χάνεται στα βιβλία του, γιατί αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα όταν πέθανε η αδελφή του.

Αλλά μετά η Βαρβάρα έφυγε και ο Σωκράτης άρχισε να μην ανέχεται κανένα. Κανείς δεν μπορούσε να τον μαλακώσει. Δεν άκουγε τις συμβουλές της Παναγιώτας και ώρες-ώρες αναπολούσε τις παλιές μεταθέσεις που θα το έφερναν μακρυά απο το χωριό και τις γριές ενορίτισσες του παπά-Γεράσιμου που πήγαιναν στην Εκκλησία για να ανταλλάξουν με τις άλλες γειτόνισσες μια καλή κουβέντα, έστω και προσποιητή, αντί για να προσέξουν τα λόγια της Λειτουργίας όπως θα ήθελε ο Σωκράτης.

Και η κόρη του η Βαρβάρα; Αυτή ήταν παντρεμένη στην Αμερική. Την αγαπούσε αλλά δεν την νοιάζονταν. Όσα καλοκαίρια τον επισκέφθηκε με τον ξένο συζυγό της και τον ακόμα πιο ξένο εγγονό του, μάταια αγωνίζονταν ο Σωκράτης να διώξει τις αναμνήσεις απο τα καλοκαίρια που είχαν περάσει οι τρείς στο χωριό όταν ζούσε η μακαρίτισσα η Ευαγγελία. Και το αποτέλεσμα ήταν να εισπράτει τα παράπονα της εξαδέλφης της η υπομονετική Παναγιώτα που άκουγε από άλλη μια πηγή την ίδια στερεότυπη κουβέντα. “Δεν τον αντέχω Παναγιώτα μου. Δεν είναι κακός αλλά είναι αυστηρός και παράξενος.”

Έτσι περνούσαν στο χωριό οι μέρες του Σωκράτη που δεν χόρταινε να διαβάζει τα βιβλία που είχε συγκεντρώσει τόσα χρόνια και σαν δεύτερη ενασχόληση παρατηρούσε στην Παναγιώτα την συμπεριφορά της κάθε χήρας και το πόσο ελαφρά σύμφωνα με τα γούστα του προσπερνούσε τον θάνατο του εκάστοτε μακαρίτη.

“Αδυναμία” δε του Σωκράτη ήταν η Σωτήραινα. Καλά-καλά δεν ήξερε το όνομα της, Σωτήραινα την έλεγε όλο το χωριό, αλλά θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια πόσα τετραγωνικά εκατοστά λευκού υφάσματος φορούσε η Σωτήραινα σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας και πόσο στενή ή φαρδειά ήταν η φούστα της όταν πήγαινε στο χωράφι να οργώσει. Αυτή που θα έπρεπε να είναι ντυμένη στα μαύρα και να κλαίει ακόμα τον μακαρίτη όπως αυτός την Ευαγγελία.

Μάταιες οι προσπάθειες της Παναγιώτας να αλλάξει τα μυαλά του Σωκράτη και να τον γλυτώσει απο το κρίμα της κατάκρισης που έλεγε και ο παπα-Γεράσιμος. Μια αγαθή και αγράμματη γυναίκα ήταν η Σωτήραινα που δεν πολυκαταλάβαινε απο τύπους. Τι δηλαδή; Επειδή ήταν απο τη φύση της πρόσχαρη και λεβεντόκορμη, γέννημα θρέμα του χωριού, ήταν αυτό αμαρτία; Και απο την άλλη δεν είχε την πολυτέλεια η Σωτήραινα να κάτσει να κλάψει τον μακαρίτη. Τρείς μέρες της πήρε να συνέλθει και μετά σήκωσε μόνη το φορτίο που μέχρι τότε μοιραζόνταν αγαπημένα με τον άντρα της. Είχε γιό να σπουδάσει και ζώα να ταίσει η Σωτήραινα. Δεν θα πήγαινε στο χωράφι μαυροφορεμένη να οργώσει με ντάλα ήλιο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του Σωκράτη.

Ήταν όμως τέτοιο το μένος του Σωκράτη και τόση η ένταση με την οποία ενημέρωνε την Παναγιώτα για τις απόψεις του, σιγά-σιγά τους πήρε χαμπάρι το χωριό. Η μόνη που δεν έδινε σημασία, γιατί ήταν πραγματική Χριστιανή, ήταν η ίδια η Σωτήραινα που συνέχιζε να ντύνεται όπως ήθελε και να χαιρετάει πρόσχαρα όλον τον κόσμο ακόμα και τον Σωκράτη.

Τη μέρα που έγινε το κακό και αναστατώθηκε το χωριό, Μάρτη μήνα, ο Σωκράτης ήταν κλεισμένος στη ζέστη του γραφείου του, χαμένος στα διαβάσματα του και αναπολώντας τη ζωή με την Ευαγγελία. Την Σωτήραινα την πλάκωσε το τρακτέρ που όργωνε. Αγροτκό ατύχημα. Είχε βρέξει την προηγουμένη και το λασπωμένο χώμα δεν άντεξε. Έγειρε το τρακτέρ και μαζί του έγειρε μια για πάντα η λεβεντόκορμη Σωτήραινα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Ούτε κατάλαβε ο Σωκράτης πότε την κηδέψανε στην Εκκλησία του χωριού, εκεί που παρατηρούσε αυστηρά το ντύσιμο της, και πότε είχαν βρεθεί στο δρόμο προς το κοιμητήριο, το φέρετρο μπροστά, αυτός με τον παπά-Γεράσιμο απο πίσω και τελευταίες μπουλούκι οι φλύαρες γριές της ενορίας που υποστήριζαν το συντετριμμένο και πεντάρφανο μοναχο-παίδι της Σωτήραινας. Το παιδί που με τους κόπους και τις θυσίες της Σωτήραινας δούλευε μηχανικός στα καράβια και γύρισε άρον-άρον για να θάψει την μητέρα του.

Στον τάφο, λίγο πριν αρχίσουν το τρισάγιο, το παιδί της Σωτήραινας υποβασταζόμενο απο την πανταχού παρούσα Παναγιώτα πλησίασε τον Σωκράτη. “Τα μάθατε κύριε Πτέραρχε; Όταν ξέντυσαν την μανα μου για να την αλλάξουν βρήκαν στον κόρφο της μια φωτογραφία του πατέρα μου.” Ήταν η πρώτη φορά που ο πτέραρχος ευχήθηκε να είχε φτερά να εξαφανιστεί.

Software Engineer | Book lover | Curious about most things