Saturday, January 15, 2022

Τα φουστάνια της Σωτήραινας

 “Σιγά το πένθος! Μόλις έκλεισε χρόνο ο μακαρίτης τα μαύρα πετάχτηκαν” δήλωσε αυστηρά ο Σωκράτης στην ανηψιά του την Παναγιώτα και συνέχισε να κλαδεύει τον κήπο της Εκκλησίας του χωριού του.



                                                               Πηγή https://bit.ly/3rfOXWa

“Παρα-είσαι αυστηρός μπάρμπα” αποκρίθηκε η Παναγιώτα. “Σαράντα χρονών γυναίκα ήταν η Σωτήραινα όταν χήρεψε. Το παιδί της καλά-καλά δεν είχε αρχίσει το Γυμνάσιο. Τι ήθελες; Να χωθεί στη γή;” Σκούπισε το μέτωπο της απο τον ιδρώτα, ένευσε γελαστά με το χέρι προς την Σωτήραινα που ανέβαινε φορτωμένη κατά την πλατεία και συνέχισε να σκουπίζει τα κλαδιά που έπεφταν στον αυλόγυρο απο το κλαδευτήρι του μπάρμπα της.

Πάντα ευγενική, πάντα με τη δικαιολογία στο στόμα η Παναγιώτα δεν έμοιαζε στο θείο της. Κόρη της αδελφής του, την μεγάλωσε σαν δικό του παιδί, την πήρε στο σπίτι όταν η μακαρίτισα πέθανε και άφησε την Παναγιώτα μωρό παιδί ορφανό. Έτσι μεγάλωσε η Παναγιώτα. Μαζί με την οικογένεια του θείου της του Σωκράτη, με τη θεία της τη Ευαγγελία και την εξαδέλφη της τη Βαρβάρα. Και όταν τα έφερε ο καιρός και η Ευαγγελία έκλεισε τα μάτια της και η Βαρβάρα παντρεύτηκε στο εξωτερικό η Παναγιώτα έμεινε με τον Σωκράτη. Να τον προσέχει και να τον ανέχεται μαζί.

Ανθρωπος του διαβάσματος ο Σωκράτης, μοίραζε τον καιρό μεταξύ της Εκκλησίας και του γραφείου του. Διάκονος στην Εκκλησία με όλη τη σημασία της λέξης, στο καθάρισμα, στον κήπο, στο παγκάρι, στο ψαλτήρι. Στο γραφείο του όμως, δεσπότης, ταλαιπωρούσε την Παναγιώτα και τα βιβλία του, σκαλίζοντας τα αδιάκοπα, ζητώντας να τρυγίσει τη χαρά που έλειπε απο την υπόλοιπη ζωή του.

Ο Σωκράτης σπούδασε δάσκαλος στα νιάτα του, ότι καλύτερο μπορούσε να ελπίζει ένα παιδί του χωριού της εποχής του. Δεν τον τράβαγε όμως η διδασκαλία. Η γνώση τον τράβαγε. Οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα αφελή πλημμελήματα τους που για άλλους έχουν χάρη αγγελική δεν συγκινούσαν τον αυστηρό Σωκράτη. Αυτός έβλεπε παντού παραβάσεις και ζητούσε να τις ισιώσει. Γρήγορα κατάλαβε ότι αυτός ο δρόμος δεν ήταν για αυτόν. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και τελείωσε τα Οικονομικά.

Στην πρώτη ευκαιρία παραιτήθηκε απο το σχολείο και ορκίστηκε αξιωματικός στην Αεροπορία. Και διέπρεψε. Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία, κερδίζοντας τα “χαμένα” χρόνια του σχολείου και έφτασε να αποστρατευτεί σαν Πτέραρχος. Η έμφυτη του αυστηρότητα μαζί με το κοφτερό του μυαλό και την εργατικότητα του έγιναν παράδειγμα προς μίμηση.

Και μετά; Μετά ο γάμος της κόρης του στην Αμερική, ο θάνατος της γυναίκας του και η επιστροφή στον χωριό και στην Παναγιώτα. Εκεί που ξεκίνησε. Στο “σημείο μηδέν” για τα μυαλά του Σωκράτη. Κανονικά δεν θα γύριζε ποτέ. Κάτι όμως η πρόσκληση της Παναγιώτας, κάτι οι αναμνήσεις απο τα καλακαίρια που είχε περάσει με τη γυναίκα του, τον έκαναν να γυρίσει. Ήταν περίεργος ο Σωκράτης. Ζούσε στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε και όμως ένιωθε ότι συμβιβάστηκε με το χωριό απο τότε που το επισκέφθηκε με τη γυναίκα του.

Δεν ήταν κακός, αυστηρός και παράξενος ήταν ο Σωκράτης. Αυστηρός προς όλους και πρώτα προς τον εαυτό του. Για αυτό ταίριασε στη ζωή του στρατού. Δούλευε σε ένα περιβάλλον που δεν ανεχόταν τα λάθη όπως και αυτός, κέρδιζε όσα χρειαζόταν για να ζεί και είχε αρκετό χρόνο για να μελετάει. Να μελετάει τα πάντα. Τι παραπάνω ήθελε ο Σωκράτης; Όχι! Καλά έκανε και παραιτήθηκε απο δάσκαλος. Ο Σωκράτης ήταν δια βίου μαθητής!

Στο χωριό μόνη παρέα του Σωκράτη εκτός απο την Παναγιώτα και τα βιβλία του ήταν ο εφημέριος του χωριού, ο παπα-Γεράσιμος. Αλλά και αυτή με μέτρο, όπως όλα τα πράγματα στην ζωή του Σωκράτη. Πως να πολυταιριάξουν άλλωστε; Πράος και επιεικής ο παπάς, απότομος και αυστηρός ο Σωκράτης. Το ίδιο Ευαγγέλιο διαβάζαν, χώρια καταλάβαιναν.

Όταν που και που καμμία γριά ενορίτισσα παραπονιόταν στον παπά για τη συμπεριφορά του επιτρόπου Σωκράτη, ο παπά-Γεράσιμος απαντούσε γλυκά: “Δεν είναι κακός. Αυστηρός είναι και παράξενος.”

Δεν είχε όμως μόνο ελαττώματα ο Σωκράτης. Είχει και αρετές! Απεχθανόταν τις κολακίες και τους εύκολους επαίνους. Σε ένα πανηγυρικό εσπερινό στο χωριό κάποιος πολιτευτής έπλεξε το εγκώμιο του “ηρωικού πτεράρχου” του χωριού, για ψήφους ο σιχαμένος. Ο Σωκράτης αμέσως σχολίασε δυνατά: “Φτερά έχει το μυαλό σου και πέταξε. Φαντασμένε!” προς μεγάλη απογοήτευση του παπά-Γεράσιμου ο οποίος προσδοκούσε εξυπηρέτηση για την Εκκλησία απο τον πολιτευτή. Γρήγορα όμως ο παπάς μαλάκωσε. Είπαμε. Δεν ήταν κακός ο Σωκράτης. Αυστηρός ήταν και παράξενος.

“Υπέρτατη αρετή η αγάπη!” επαναλάμβανε συχνά ο παπα-Γεράσιμος τις ώρες που έμεναν οι δυό τους στον ναό, ελπίζοντας κρυφά πως έστω και στα γεράματα θα γύριζε τα μυαλά του συγχωριανού και συνεργάτη. Αλλά ο πολύ-διαβασμένος Σωκράτης απαντούσε πάντα μονολογώντας για να μην προκαλέσει τον παπά “η αγάπη είναι δεύτερη. Την διάκριση αναφέρουν οι Πατέρες ως πρώτη.” Και ο ταπεινός παπάς έκανε πως δεν άκουγε και συγχωρούσε γιατί ήξερε πως ο Σωκράτης έστω και μια φορά μόνο στη ζωή του είχε καταφέρει να βρεί την αγάπη. Αυτή που μετά το θάνατο της γυναίκας του, της Ευαγγελίας, ο Σωκράτης είχε χάσει τα ίχνη της.

Κανείς στο χωριό δεν ήξερε απο που κρατούσε η σκούφια της μακαρίτισας της Ευαγγελίας. Σύντομα όμως ούτε που τους ένοιαζε. Γιατί κάθε φορά που επισκέπτονταν το χωριό ο Σωκράτης με τη γυναίκα του όταν ακόμα υπηρετούσε, η Ευαγγελία ήταν αυτή που είχε τις πολλές επαφές, λες και αυτή ήταν από το χωριό. Πιο δική τους απο τον ντόπιο τον Σωκράτη που σε όλους ήταν απόμακρος γιατί για όλους είχει μια παρατήρηση. Δεν ήταν λίγοι μάλιστα αυτοί που απορούσαν πως παντρευτήκαν οι δυό τους. Τόσο διαφορετικοί.

Και σε αυτό ακόμα ο Σωκράτης εξέπληξε τους χωριανούς. Χωρίς πολλές φασαρίες, ένα καλακαίρι τους παρουσίασε τη Ευαγγελία στεφανωμένη απο μήνες. Ούτε δασκάλα, ούτε απο τα μέρη τους, ούτε πολλούς έρωτες, ούτε πολλά λόγια. Και οι γριές του χωριού, αυτές που δεν ζούν πια, αυτές που τώρα πια ψέλνει ο Σωκράτης τα ψυχοσάββατα με τον παπά-Γεράσιμο απόρρησαν που ο Σωκράτης, ο αυστηρός και παράξενος, τόσο γρήγορα παντρεύτηκε.

Τον αγάπησε τον Σωκράτη η Ευαγγελία. Και τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, μεγάλωσε την κόρη τους την Βαρβάρα και αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα. Και την ώρα που τακτοποίηθηκε η κόρη τους, και ο Σωκράτης πήρε σύνταξη, η ώρα που νόμιζε πως περίμενε τόσα χρόνια η Ευαγγελία, η Ευαγγελία έφυγε. Σαν νοικοκυρά που σκούπισε τις ακαταστασίες μια ζωής και πήγε να ξαποστάσει.

Την αγάπησε ο Σωκράτης την Ευαγγελία. Γιατί τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, γιατί μεγάλωσε την κόρη τους τη Βαρβάρα όσο αυτός δούλευε ή προτιμούσε να χάνεται στα βιβλία του, γιατί αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα όταν πέθανε η αδελφή του.

Αλλά μετά η Βαρβάρα έφυγε και ο Σωκράτης άρχισε να μην ανέχεται κανένα. Κανείς δεν μπορούσε να τον μαλακώσει. Δεν άκουγε τις συμβουλές της Παναγιώτας και ώρες-ώρες αναπολούσε τις παλιές μεταθέσεις που θα το έφερναν μακρυά απο το χωριό και τις γριές ενορίτισσες του παπά-Γεράσιμου που πήγαιναν στην Εκκλησία για να ανταλλάξουν με τις άλλες γειτόνισσες μια καλή κουβέντα, έστω και προσποιητή, αντί για να προσέξουν τα λόγια της Λειτουργίας όπως θα ήθελε ο Σωκράτης.

Και η κόρη του η Βαρβάρα; Αυτή ήταν παντρεμένη στην Αμερική. Την αγαπούσε αλλά δεν την νοιάζονταν. Όσα καλοκαίρια τον επισκέφθηκε με τον ξένο συζυγό της και τον ακόμα πιο ξένο εγγονό του, μάταια αγωνίζονταν ο Σωκράτης να διώξει τις αναμνήσεις απο τα καλοκαίρια που είχαν περάσει οι τρείς στο χωριό όταν ζούσε η μακαρίτισσα η Ευαγγελία. Και το αποτέλεσμα ήταν να εισπράτει τα παράπονα της εξαδέλφης της η υπομονετική Παναγιώτα που άκουγε από άλλη μια πηγή την ίδια στερεότυπη κουβέντα. “Δεν τον αντέχω Παναγιώτα μου. Δεν είναι κακός αλλά είναι αυστηρός και παράξενος.”

Έτσι περνούσαν στο χωριό οι μέρες του Σωκράτη που δεν χόρταινε να διαβάζει τα βιβλία που είχε συγκεντρώσει τόσα χρόνια και σαν δεύτερη ενασχόληση παρατηρούσε στην Παναγιώτα την συμπεριφορά της κάθε χήρας και το πόσο ελαφρά σύμφωνα με τα γούστα του προσπερνούσε τον θάνατο του εκάστοτε μακαρίτη.

“Αδυναμία” δε του Σωκράτη ήταν η Σωτήραινα. Καλά-καλά δεν ήξερε το όνομα της, Σωτήραινα την έλεγε όλο το χωριό, αλλά θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια πόσα τετραγωνικά εκατοστά λευκού υφάσματος φορούσε η Σωτήραινα σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας και πόσο στενή ή φαρδειά ήταν η φούστα της όταν πήγαινε στο χωράφι να οργώσει. Αυτή που θα έπρεπε να είναι ντυμένη στα μαύρα και να κλαίει ακόμα τον μακαρίτη όπως αυτός την Ευαγγελία.

Μάταιες οι προσπάθειες της Παναγιώτας να αλλάξει τα μυαλά του Σωκράτη και να τον γλυτώσει απο το κρίμα της κατάκρισης που έλεγε και ο παπα-Γεράσιμος. Μια αγαθή και αγράμματη γυναίκα ήταν η Σωτήραινα που δεν πολυκαταλάβαινε απο τύπους. Τι δηλαδή; Επειδή ήταν απο τη φύση της πρόσχαρη και λεβεντόκορμη, γέννημα θρέμα του χωριού, ήταν αυτό αμαρτία; Και απο την άλλη δεν είχε την πολυτέλεια η Σωτήραινα να κάτσει να κλάψει τον μακαρίτη. Τρείς μέρες της πήρε να συνέλθει και μετά σήκωσε μόνη το φορτίο που μέχρι τότε μοιραζόνταν αγαπημένα με τον άντρα της. Είχε γιό να σπουδάσει και ζώα να ταίσει η Σωτήραινα. Δεν θα πήγαινε στο χωράφι μαυροφορεμένη να οργώσει με ντάλα ήλιο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του Σωκράτη.

Ήταν όμως τέτοιο το μένος του Σωκράτη και τόση η ένταση με την οποία ενημέρωνε την Παναγιώτα για τις απόψεις του, σιγά-σιγά τους πήρε χαμπάρι το χωριό. Η μόνη που δεν έδινε σημασία, γιατί ήταν πραγματική Χριστιανή, ήταν η ίδια η Σωτήραινα που συνέχιζε να ντύνεται όπως ήθελε και να χαιρετάει πρόσχαρα όλον τον κόσμο ακόμα και τον Σωκράτη.

Τη μέρα που έγινε το κακό και αναστατώθηκε το χωριό, Μάρτη μήνα, ο Σωκράτης ήταν κλεισμένος στη ζέστη του γραφείου του, χαμένος στα διαβάσματα του και αναπολώντας τη ζωή με την Ευαγγελία. Την Σωτήραινα την πλάκωσε το τρακτέρ που όργωνε. Αγροτκό ατύχημα. Είχε βρέξει την προηγουμένη και το λασπωμένο χώμα δεν άντεξε. Έγειρε το τρακτέρ και μαζί του έγειρε μια για πάντα η λεβεντόκορμη Σωτήραινα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Ούτε κατάλαβε ο Σωκράτης πότε την κηδέψανε στην Εκκλησία του χωριού, εκεί που παρατηρούσε αυστηρά το ντύσιμο της, και πότε είχαν βρεθεί στο δρόμο προς το κοιμητήριο, το φέρετρο μπροστά, αυτός με τον παπά-Γεράσιμο απο πίσω και τελευταίες μπουλούκι οι φλύαρες γριές της ενορίας που υποστήριζαν το συντετριμμένο και πεντάρφανο μοναχο-παίδι της Σωτήραινας. Το παιδί που με τους κόπους και τις θυσίες της Σωτήραινας δούλευε μηχανικός στα καράβια και γύρισε άρον-άρον για να θάψει την μητέρα του.

Στον τάφο, λίγο πριν αρχίσουν το τρισάγιο, το παιδί της Σωτήραινας υποβασταζόμενο απο την πανταχού παρούσα Παναγιώτα πλησίασε τον Σωκράτη. “Τα μάθατε κύριε Πτέραρχε; Όταν ξέντυσαν την μανα μου για να την αλλάξουν βρήκαν στον κόρφο της μια φωτογραφία του πατέρα μου.” Ήταν η πρώτη φορά που ο πτέραρχος ευχήθηκε να είχε φτερά να εξαφανιστεί.

Software Engineer | Book lover | Curious about most things

No comments:

Post a Comment