Friday, December 3, 2021

Το κρατίδιο με τα σπίρτα

 


“Ομόλογα! Φρέσκα ομόλογα! Αγοράστε καλοί μου κύριοι ένα ομόλογο από εμένα τη φτωχή! Να κάνω και εγώ γιορτές!” Τοιαύτες φωνές εξήρχοντο εκ του λάρυγγος της δυστυχούς κορασίδος ήτις προσεπάθη μετ’ ενεργητικότητος ασυνηθίστου να πωλήσει την ευτελή της πραμάτεια. Φεύ, εις μάτην!

Ρακένδυτη, πειναλέα, ρηπαρή, ηδύνατο τις να ισχυρισθεί ότι παρέπεμπε μάλλον εις καταχθόνιον πλάσμα προσβάλλον την φαντασία των παίδων κατά την εορταστικήν περίοδον παρά εις έμπορον εμπνέουσα εμπιστοσύνην. Κοντολογίς, εν παγανό των χρηματαγορών.

Οι επενδυτές προσβληθέντες εκ της εποχικής φρενίτιδος προσεπέρνον την νεαρά εμπορό-επαίτισσα και επεκέντρον το ενδιαφέρον των εις τας προθήκας γνωστών τραπεζικών οίκων. Παράγωγα, ασφάλιστρα κινδύνου και άλλα τινά επενδυτικά προιόντα, συσκευασμένα πολυτελώς, εξήπτον την φαντασίαν του κοινού και υπέσχοντο ρωμαλέες αποδόσεις αγγίζουσες το 5, 6, 7 ή ακόμα και το 8%. Δικαίως οι αγνοούντες, ή μάλλον εθελοτυφλούντες, περί τα οικονομικά περιέβαλλον τα προιόντα αυτά εις την καρδίαν του χειμώνος με στοργήν προσιδιάζουσα εις χελιδόνια σημαίνοντα την αρχήν του οικονομικού έαρος.

Το εσπέρας επέλαυνε δρομέως και το επελθόν ψύχος καθίστατο δριμύτερο. Η κίνησις εις την κεντρικήν λεωφόρον ήτις συνεκέντρωνε τους πλείστους χρηματο-οικονομικούς οίκους αραίωνε καθώς οι επενδυτές αποχωρούσαν για να αναζητήσουν προστασία σε ασφαλή καταφύγια απο την επερχόμενη νύχτα.



Ολίγοι δυστυχείς παρέμενον αναμένοντες εξέλιξην τινά ήτις θα τους απέφερε το διαφυγόν μέχρι εκείνης της ώρας κέρδος. Μόνη περιοδική συνοδία για την νεαρή εμπορο-επαίτισσα το ζεύγος των Φραγκο-Βαυαρών αστυφυλάκων οίτινες περιπολούσαν εις την συνοικία του κερδώου Ερμού.

Η νεαρά με κεκλεισμένους τους οφθαλμούς ένεκα της κοπώσεως, προσεπάθει να αναγνωρίσει τους πλησιάζοντας πελάτας απο την αντήχησιν των υποδημάτων των εις το κράσπεδον του πεζοδρομίου. Αντιληφθείσα το περιπολούν ζεύγος των αστυφυλάκων συνεκέντρωσε τας ελάχιστας εναπομείνασας δυνάμεις της και εκέκραξε φωνήν μεγάλην:

“Ομόλογα! Σας παρακαλώ! Αγοράστε τα ομόλογα μου!”.

Αντί όμως την ποθητήν αγοράν η προσπάθεια της νεαράς συνεκέντρωσε το μηδιάμα των ολίγων παρισταμένων. Η εκδήλωσις του πλήθους ήτο τόσο έντονος ώστε προς στιγμήν διέλαθε της προσοχής του ότι η νεαρά εξαντληθείσα πλέον απο την υπερπροσπάθεια εκείτετο εις το πεζοδρόμιον καταληφθείσα υπο σπασμών. Το εφηβικό της κορμάκι εταράσσετο και εκ τους στόματος εξήρχοντο αφροί.

Το πλήθος το οποίο μέχρι πρότινος εχλεύαζε την κατάσταση της νεαράς κατελήφθη υπο πανικού. Οι φωνές έδιναν τη θέση τους στις ικεσίες προς το ζεύγος των παρισταμένων αστυνομικών όπως περισώσουν την άτυχον νεαράν. Άλλας, δια μια εισέτιν φοράν απεδείχθη ότι οι φύλακες δεν έχουσιν γνώσιν. Εμβρόντητοι ο Βαυαρός αστυνομικός και ο Φράγκος συνάδελφος του παρακολουθούσαν το παιδικό κορμάκι να μάχεται τον Χάρον όστις το διεκδικούσε αδυνατούντες να πράξουν τι.



Την θορυβώδη σιωπή του πλήθους διετάραξε η φωνή Ιταλίδος ιεροδούλου εργαζομένης εις την περιοχήν κατά τας νυχτερινάς ώρας:

“Τι την κοιτάτε μωρέ! Τη δόση της θέλει!”

Τοιαύτη αποκάλυψις ετάραξε το πλήθος, μέρος του οποίου μετέτρεψε αιφνιδίως την συμπάθεια προς την άτυχον νεαράν εις αποδοκιμασίαν:

“Ωρίστε! Τα πρεζόνια κυκλοφορούν ανάμεσα μας!” φώναξε εις, έτερος δε συνεπλήρωσε την επίθεσην ακολούθως:

“Αμ δεν φταίνε αυτά, εμείς φταίμε που τα ανεχόμαστε”.

Μετ’ ολίγου σχίσμα μέγα είχε χωρίσει το πλήθος των παρακολουθούντων την απέλπιδα προσπάθεια της νεαράς να κρατηθεί εις την ζωήν. Οι συμπάσχοντες μετ’ αυτής φωνασκούσαν υπέρ της άμεσης χορηγήσεως της “σωτηρίου” δόσεως ενώ οι αντίπαλοι τους απεδοκίμαζον ηχηρώς.

Η όλη αυτή σκηνή δεν είχε κρατήσει υπέρ του τριλέπτου ότε Λουξεμβούργιος γραφεύς εργαζόμενος εις παρακείμενον τραπεζιτικόν οίκον αφίχθει φέρων σύρριγγαν με την απαραίτητον ουσίαν. Παρεμέρισε το

πλήθος, εγονάτισεν παρά την νεαράν και εχορήγησεν το ναρκωτικόν. Αίφνης τα συμπτώματα της νεαράς υπεχώρησαν και αυτή περιέπεσεν εις ήσυχον κώμα. Ο αποφασιστικός γραφεύς εργαζόμενος εις την περιοχήν επι μακρόν εγνώριζε την κατάστασιν της νεαράς και εφρόντιζε να παρέχει την απαραίτητον προς αυτήν δόσιν. Το δυστύχημα ήτο ότι μέχρι τούδε καμμία κρίσις της νεαράς δεν είχε συμπέσει με τοσαύτως δριμείας καιρικάς συνθήκας με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθώσι άπαντες οι υποστηρίζοντες αυτήν και να αποκαλυφθεί εις τους παρισταμένους η πραγματική της κατάστασις.




Οι μέχρι τούδε αμηχάνως επιβλέποντες τα γεγονότα χωροφύλακες, θαρρήσαντες εκ της ανακάμψεως επλησίασαν τον γραφέαν και επερώτουν αυτόν με ύφος περισπούδαστον:

“Ποία η συγκέντρωσις του χορηγηθέντος διαλλείματος;”

“Θα εξασφαλίσει την ανάκαμψιν της νεαράς;”

Περιττόν να σημειωθεί ότι η βραδύτητα της παρεμβάσεως αλλά και το αστείον των ερωτήσεων των μόνο μηδιάματα προυκάλεσε εις το συγκεντρωθέν πλήθος το οποίο ειδόν ότι η νεαρά είχε διαφύγει του κινδύνου διελύθη αφήσαν αυτήν και τον γραφέα προστάτην της μόνους εις την νύχταν.

Την επομένην ημέρα ο κόσμος συνεκεντρώθη και πάλιν εις τη κεντρικήν λεωφόρον. Παράδοξον σημείον! Εις την ιδίαν περιοχήν, την ιδίαν εποχήν του έτους, με τον ίδιον διάκοσμον ο ενθουσιασμός του πλήθους είχε καμφθεί εμφανώς. “Μεταξύ ημών και υμών μέγα χάσμα εστί” διαλαλεί η Γραφή, αλλά εις την παρούσαν περίπτωσην το ρηθέν μάλλον δεν επαληθεύεται. Η άπορος κορασίδα δεν ήτο μόνο άπορος αλλά και άφρων.Στις δε αφροσύνες της δεν ήτο μόνη. Οι ισχυροί της ελεγκτές ήταν οι πρώην συν-διονυσιασταί της. Το ρακένδυτο κορμάκι που τώρα ξαπλώνει επι του πεζοδρομίου σε εποχές παχέων αγελάδων ήτο θελκτκό και συνεκέντρωνε το ιδιοτελές ενδιαφέρον της επενδυτικής ξυνωρίδος. Ξεφαντώματα και πάσης φύσεως διασκεδάσεις πληρούσαν την ημερησίαν διάταξιν και οι δόσεις είχον αντικαταστήσει την τιμίαν εργασίαν ως μέσον διαβιώσεως. Η διασκέδασις όμως απαιτεί συντροφιά, η δε περισυλλογή μοναξιά. Δανείζοντες και δανειζόμενοι άλλαζαν συχνά ρόλους. Μετεβλήθησαν ούτως εις συνωθύλευμα αδύνατον πλέον να διαχωριστεί.




Η πτωχή και ασήμαντος κορασίδα ήτις έστεκε και πάλιν εις την γνωστήν της θέση, δεν ήταν πλέον μόνο το αντικείμενο του οίκτου των περαστικών. Κατα μίαν διεστραμμένην έννοιαν είχε μεταβληθή εις εφιάλτην δεσπόζοντα επι των λογισμών των παροικούντων την περιοχήν εκείνην. Οι κραταιοί οικονομικοί παράγοντες και μεγαλο-επενδυτές οι οποίοι μέχρι πρότινος εδιασκέδαζον την αγοράν με τις τολμηρές, ου μην αλλά και παράτολμες των τοποθετήσεις, έβλεπαν πλέον εις την τυρρανισμένη μορφή της απόρου κορασίδος την βεβαίαν κατάληξιν της επενδυτικής τους αβελτηρίας. Εις στιγμάς ευφορίας εξημμένης εξ’ ουσίας ναρκωτικής, παρατηρείται επίπλαστος τινά αίσθησις συντροφικότητος. Πραγματική ενότης όμως δεν νοείται μακράν της αληθείας και ο τεχνητός “παράδεισος” κείται εις τον αντίποδα αυτής. Ούτως, η παραμικρή υποψία ελλείψεως αρκεί δια να σπρώξει τους εθισμένους εις την ιδιωτικήν φρενίτιδα προς εξασφάλισιν του αναγκαίου καταπραυντικού. Ο χρηματοοικονομικός κόσμος κατενόησε ότι δεν ημπορούσε να εγγυηθεί ούτε την δόσιν πτωχής επαίτισσας. Ο φόβος της ιδίας ανάγκης είχε επικρατήσει.

Το νέο διεδόθη σε όλη την συνοικία του Ερμού και ακόμα πιο μακρυά. Μετ’ ολίγον το πλήθος άρχισε να συρρέει εις τον οίκον όθεν ηργάζετο ο δραστήριος Λουξεμβούργιος. Όλοι έσπευδαν να εξασφαλίσουν ότι σε περίπτωση κρίσεως θα τους προμήθευε την απαραίτητον δόσιν. Η αγωνία γενούσε παραλογισμό. Μέρικοι έφτασαν στο σημείο να ερωτούν πως θα δυνηθεί ο κάθε χρήστης να πληρώσει τα έξοδα της δόσεως του. Η προκληθείσα αταξία εσταμάτησε πάσα δραστηριότητα. Ο κίνδυνος για πρόκληση επεισοδίων ήταν εμφανής. Ούτως δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση του το φαιδρό ζεύγος των Φραγκο-Βαυαρών αστυφυλάκων το οποίο και ανέλαβε την λειτουργία του οίκου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να εξασφαλίσει την τάξι. Παρ΄όλα αυτά η αναστάτωσις δεν έλεγε να κοπάσει.




Εν τέλει, απεφασίσθη το ακόλουθο: τη αδεία των αστυφυλάκων και ένεκα της ελλείψεως ενδιαφέροντος προς τα ομόλογα της πτωχής νεαράς να της επιτραπεί να μεταβάλει την δραστηριότητα της εις την εμπορία άλλων αγαθών. Επιπλέον, να της χορηγηθεί αρχικό μικρόν κεφάλαιον με τη μορφή αγαθών το οποίο και θα μεταπωλήσει. Ούτως, η μικρή πωλήτρια ομολόγων μετεβλήθη αίφνης εις πωλήτρια σπίρτων.

Η νύξ επανήλθε και το συνοδεύον ψύχος ήτο δριμύ. Η νεαρά εγκαταλειφθήσα και πάλι εις το έλεος του παγετού έσφιγκε εις την παλάμην της το δώρο των χρηματαγορών και προσεπάθη να συγκεντρώσει τας

τελευταίας εναπομείνασας ζωτικάς ικμάδας ας διέθετε. Κοινός νους θα επέβαλε να χρησιμοποιήσει η μικρά μέρος του εμπορεύματος της όπως θερμανθή. Ιδιάζουσα όμως φιλοτιμία ήτις πληστάκις χαρακτηρίζει τας ψυχάς και το χαρακτήρα των βαρέως αμαρτανώντων προέτρεπε την μικρή να κρατήσει ακέραιο το περιεχόμενο του εμπεπιστευμένου προς αυτήν εμπορεύματος. Προιούσης της ώρας η κατάσταση της νεαράς εγένετο πάνυ δύσκολος. Αισθομένη το τέλος της έγειρε στο πεζοδρόμιο και προσπάθησε να βολευτεί όπως-όπως. Μία σκέψη διεπέρασε τον νού της: “εαυτήν ουκ εδυνήθη σώσαι, αλλά άλλους εδύνατο σώσαι”. Πήρε αργά αλλά σταθερά ένα σπίρτο, το άναψε και πλησίασε την μικρή φλογίτσα προς διπλανό σωρό απορριμάτων. Αυτή που απεβίωσε εκ του ψύχους, θα ανεθέρμαινε την παγκόσμιον οικονομία. Το καθαρτικό πύρ, μετεδόθη αστραπιαίως μεταβάλον εις στάχτην τα απορρίματα των χρηματαγορών …

Mountain View, 2012/01/15