Η παλιά πλατεία έμοιαζε βομβαρδισμένη. Ο έφηβος ήλιος της άνοιξης κέρδιζε δύναμη, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, και το μεσημέρι πλησίαζε απειλητικό για τους εργάτες που έσκαβαν βαριεστημένα αλλά σταθερά τη νησιωτική γη. Ότι δεν κατάφερε να ξεθεμελιώσει ο χρόνος, οι κατακτητές και ο σεισμός στέναζε τώρα κάτω από τα εργαλεία του δημοτικού συνεργείου.
Οι λίγοι θαμώνες του παρακείμενου καφενείου, χάζευαν με αρκετό ενδιαφέρον τον αταίριαστο θίασο. Η ακαταλαβίστικη γλώσσα την οποία μιλούσαν οι πιο πολλοί από αυτούς, οικονομικοί μετανάστες γαρ, ξένιζε τον τυχαίο παρατηρητή. Δεν βαριέσαι όμως; Τόσοι και τόσοι πέρασαν από αυτό το νησί μιλώντας γλώσσες που σιγά σιγά εμπλούτισαν το τοπικό ιδίωμα. Δεν θα αποτελούσε και αυτή η φορά εξαίρεση.
Η τουριστική περίοδος ήταν επί θύραις και το “σαλόνι” της πρωτεύουσας τους είχε επιεικώς τα χάλια του. Ο Μπάμπης, παλιός κοινοτάρχης παρακείμενου χωρίου, πήρε το λόγο σαν απόμαχη οικοδέσποινα που σχολίαζε δυσαρεστημένη την ακαμάτρα νύφη της.
“Μα τι περιμένει επιτέλους ο δήμαρχος και δεν τελειώνουν; Απρίλης έφτασε, όπου να’ναι έχουμε Πάσχα και μετά αρχίζει ο τουρισμός. Εμείς θα είμαστε ακόμα σε τέτοια χάλια;” Συνέχισε δε εμφατικά και αυτάρεσκα:
“Όταν ήμουν εγώ στα πράγματα υπήρχε σχέδιο. Δεν πηγαίναμε στα κουτουρού. Τα πράγματα τελείωναν στην ώρα τους. Ακούς εκεί Απρίλης μήνας και η πλατεία να μην έχει παραδοθεί!”
Η ομήγυρη έγνεψε καταφατικά. Όχι υποχρεωτικά γιατί συμφωνούσε. Στα μικρά μέρη, οι καθημερινές παρέες του καφενείου δεν έχουν την πολυτέλεια για έντονες διαμάχες. Ούτε καν την ενέργεια. Τουλάχιστον όχι εκτός προεκλογικής περιόδου.
Ο Μπάμπης ερμήνευσε την σιωπή ως επιδοκιμασία. Όπως και να το κάνεις άφησε πίσω του έργο. Το δρόμο από το χωριό στο νεκροταφείο, την αποχέτευση του σχολείου, την δημοπράτηση για το κοινοτικό πάρκινγκ. Και τώρα, ως δίκαιος κριτής, ερχόταν να ζητήσει λογαριασμό. Στο αφελές μυαλό του, η ασφαλτόστρωση ενός επαρχιακού δρόμου ήταν δημόσιο έργο ισάξιο με την ανάπλαση μιας κεντρικής πλατείας.
Δεν πρόλαβε να απολαύσει τον στιγμιαίο θρίαμβο του και μια φωνή αντέτεινε περιπαικτικά
«”Φαμπρικέ κογιόν” Μπάμπη μου. “Φαμπρικέ κογιόν”! Δεν λες πάλι καλά που κοντεύουμε;»
Ήταν ο Σπύρος, έτερο μέλος της πρωινής παρέας του καφενείου, φιλόλογος και συνταξιούχος γυμνασιάρχης.
Ανάθεμα και αν κατάλαβε ο Μπάμπης τις παρόλες του Σπύρου. Απόφοιτος δημοτικού με το ζόρι δεν μπορούσε φυσικά να ξέρει τη Βενετική διάλεκτο που ομιλήθηκε στο νησί του αιώνες πριν. Κατάλαβε όμως πως ο Σπύρος τον αμφισβητούσε και το έδειξε με μια γκριμάτσα απορίας. Ο Σπύρος υποχρεώθηκε να διευκρινίσει περισσότερα χωρίς βέβαια αυτό να βελτιώσει τα πράγματα ουδόλως.
«”Κατασκεύαζε, ηλίθιε!”. Αυτό σημαίνει Μπάμπη μου. Παλαιά συμβουλή της εξουσίας προς τους λειτουργούς της. Το νιτερέσσο βλέπεις.»
Συνέχισε δε ακάθεκτος με το θάρρος που του είχε δώσει η επί τριακονταπενταετία ακατάσχετη ρητορεία του ενώπιον αμαθών, ως επί το πλείστον, χωριατοπαίδων ανα την Ελλάδα.
«Μην λησμονείτε αγαπητοί, την παράδοση των δημοσίων έργων στον τόπο μας. Στον καιρό των αφεντάδων και των Βενετών οι δρόμοι μας ήταν χωμάτινοι. Όταν η διοίκηση αποφάσισε να πλακοστρώσει την πλατεία, η αντίδραση που ξεσηκώθηκε δεν λέγεται. Και γιατί παρακαλώ; Γιατί, ακούστε αν είστε Χριστιανοί, τα γαιδούρια που μετέφεραν τις άμαξες των αφεντάδων γλιστρούσαν στις πλάκες. Για αυτό σου λέω. Ας τελειώσει το έργο και πάλι καλά!»
Η ομήγυρις έγνεψε και πάλι επιδοκιμαστικά. Τι και τι δεν είχαν ακούσει για την κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος στα δημόσια έργα. Πως να αποτελούσε εξαίρεση το συγκεκριμένο; Γενεές γενεών πια, περισσότερο υπήκοοι παρά πολίτες, έβλεπαν το χρήμα που με κόπο έβγαζαν να φορολογείται βάναυσα και ηρκούντο στο να εύχονται μυστικά, η διοίκηση-αφέντης να μην τους χρεώνει μόνο αλλά και να ολοκληρώνει κανένα έργο για την θεραπεία των αναγκών του τόπου.
Μια θλιβερή σιωπή κυριάρχησε ξαφνικά στην παρέα. Ο Σπύρος με την μελαγχολική του διάθεση είχε τρόπον τινά επικρατήσει σε αυτό τον γύρο της υποβόσκουσας διαμάχης με τον πρακτικό και πάντοτε αισιόδοξο Μπάμπη. Όχι ότι είχαν κάτι να χωρίσουν. Αγρότης και πολιτευτής ο Μπάμπης. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος ο Σπύρος. Οικονομικά πάρε-δώσε δεν είχαν. Εδώ επρόκειτο περί μιας συγκρούσως κοσμοθεωριών.
Ο Μπάμπης πίστευε στον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο με μια δύναμη αφελή, σχεδόν θρησκευτική. Η πίστη του ήταν στέρεα, αυταπόδεικτη. Μόλις χθές οι γονείς του και αυτός ίδρωναν κάτω από τον ζωοδότη, μα και ανελέητο, ήλιο με άροτρα και δρεπάνια για να καλλιεργήσουν την γη και να τρυγήσουν τους λιγοστούς καρπούς της. Τι φρόντιζε την γη και την συντρόφευε τους μήνες που εγκυμονούσε τους πολυπόθητους καρπούς της; Μα οι προσευχές τους για μια καλή σοδειά, για να περάσει και αυτός ο χρόνος κουτσά στραβά όπως πέρασαν και οι προηγούμενοι.
Σήμερα; Ο ίδιος και τα παιδιά του πια, σαν ανυπόμονοι εισπράκτορες, ανακάτευαν με μηχανική βοήθεια το χώμα για να ανακαλύψουν τι μπορεί να κρύβει, και απολάμβαναν μια και περισσότερες σοδειές του “σωλήνα” μέσα από πλαστικά θερμοκήπια. Η γή δεν χρειαζόταν πια προσευχές για να γεννήσει. Υπάρχουν φυτοφάρμακα για να το εξασφαλίσουν. Αν αυτό δεν είναι πρόοδος, τότε τι είναι;
Ο Σπύρος πάλι βρισκόταν στον αντίποδα. Και αυτός παιδί του ίδιου νησιού ήταν. Μεγάλωσε και αυτός με το λάδι, τα μπρόκολα και τα κρεμμύδια που παρήγαγε ο τόπος αλλά από μόνα τους τα έβρισκε άνοστα. Το “καρύκευμα” που νοστίμιζε την ζωή του ήταν ο λόγος των ποιητών που παρήγαγε άφθονα ο τόπος.
Μικρός-μικρός γεύθηκε το νέκταρ της ποίησης του νησιού του. Στον ίδιο κάματο που ο Μπάμπης έβλεπε μόνο κούραση, ο Σπύρος άκουσε για πρώτη φορά τις αυτοσχέδιες ρίμες που συνέθεταν οι αγρότες πρόγονοι του για να ανεβεί το κέφι και να περάσει η ώρα:
“Σιορ Ντοτόρο με τη γούνα,
η γυναίκα σου γουρούνα,
τα παιδιά σου ούτσι-ούτσι,
δεν ‘ποτάσουνε παπούτσι.”
Ύστερα ήρθε ο εθνικός οίστρος, οι νίκες του στρατού μας και η ντροπιαστική κατοχή, τραγουδισμένα και αυτά σε εγχώριους στίχους:
“Σε γνωρίζω απο την κόψη …”
Όταν έφθασε πια ο καιρός των σπουδών για τον Σπύρο, δεν υπήρχε καμία αμφιταλάντευση ως προς το αντικείμενο που θα διάλεγε. Ο λόγος και η ιστορία του νησιού θα γινόταν ο λόγος της ιστορίας της ζωής του.
Αυτός ήταν ο καμβάς που συγκρατούσε το υπόστρωμα της σχέσης των δύο ανδρών: αφελής πίστη στο μέλλον από τη μία, μελαγχολική προσήλωση στο παρελθόν από την άλλη. Βίοι παράλληλοι δηλαδή, αλλά κατά κυριολεξία: χωρίς καμία τομή.
Ο Μπάμπης ρούφηξε νευρικά την τελευταία γουλιά από το παγωμένο πια καφεδάκι του και ρώτησε απότομα με ύφος δήθεν αφελές:
“Έτσι που τα λες Σπύρο μου, δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα. Να μείνουμε με τις ξερολιθίες ως που να πέσουν να μας πλακώσουν!”
Η καλά υπολογισμένη “επίθεση μειονότητας” του Μπάμπη είχε ένταση, αλλά όχι διάρκεια. Εξαπέλυσε τα μοναδικά πυρομαχικά του και περίμενε να δεί τον “εχθρό” να παραδίνεται.
Ο Σπύρος ατάραχος περίμενε αυτή την εξέλιξη και σίγουρος πια για την επερχόμενη του νίκη απολάμβανε αργά την επέλαση του στο έδαφος του ανυπεράσπιστου πια Μπάμπη. Απάντησε λοιπόν εξ’ ίσου προσποιητά:
“Να χτίζουμε Μπάμπη μου, αλλά με μέτρο και με σεβασμό.”
Συνέχισε δε επεκτείνοντας το επιχείρημα του:
“Τι τα θέλουμε τα μεγαθήρια και τις μεγάλες πλατείες; Για τρείς μήνες που διαρκεί το πανηγύρι διαλύουμε τα πάντα.”
Εδώ πια ο Σπύρος επιδιώκοντας την μεταφορική δήωση των θέσεων του Μπάμπη ξεπέρασε τα εσκαμμένα. Η ομήγυρις, διεφθαρμένη πια για τα καλά με το εύκολο χρήμα του τουρισμού, δυσανασχέτησε. Πως μπορούσε αυτός ο γερο-παράξενος ο Σπύρος να αμφισβητεί τα αυτονόητα; Τόσα παιδιά χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία και σπουδές έβρισκαν δουλειά με τον τουρισμό. Ξέχασε ο Σπύρος τις εποχές που η εύρεση εργασίας ήταν μια υπόθεση για ολίγους και εκλεκτούς; Αυτούς που διέθεταν μπιλιετάκι, μέσο, βύσμα; Για τους υπολοίπους φτώχεια ή ξενιτιά. Αυτό δε, το τελευταίο ήταν αβάσταχτο για τον τοπικό λαό, εξ’ ου και το παρατσούκλι “σπουργίτες”. Συμπέρασμα : το εύκολο ήταν και καλό.
Η συζήτηση είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Κανείς όμως δεν έλεγε να φύγει. Η ώρα δεν είχε φτάσει ακόμα για το μεσημεριανό, κανείς “Ιούδας” δεν ήθελε να σηκωθεί από την τράπεζα των συντρόφων. Οι δύο μονομάχοι είχαν σιωπήσει στιγμιαία και γέρνωντας το σώμα προς τα πίσω στην καρέκλα, μελετούσαν διεισδυτικά τους έτερους συνδαιτυμόνες. Η παραμικρή αντίδραση, το παραμικρό νεύμα, θα γινόταν αφορμή για ένα δεύτερο γύρο λεκτικής αντιπαράθεσης.
Τη σιγή έσπασε ο έντονος βήχας αρειμανίου καπνιστή από διπλανό τραπέζι. Ενστικτωδώς γύρισαν όλοι προς τα εκεί αναζητώντας λυτρωτικό διέξοδο. Αναγνώρισαν την μορφή και προέβησαν σε ζωηρό χαιρετισμό:
“Ε! Νιόνιο! Τι λες για την αμάχη του Σπύρου και του Μπάμπη;”
Η θεατρικότητα που διακατείχε έντονα το τοπικό στοιχείο, είχε αναβαθμίσει μια απλή λεκτική αντιπαράθεση καφενειακού επιπέδου σε “αμάχη”. Ο έμπιστος τρίτος είχε βρεθεί και το κοινό απαιτούσε δικαιοκρισία.
Ο Νιόνιος ήταν ο πιο κατάλληλος για να αποδόσει δικαιοσύνη. Μηχανικός από τους παλιούς του νησιού ήταν και ο κατασκευαστής της παλιάς πλατείας. Έβλεπε το δημιούργημα του να κατακρεουργείται βάναυσα και ανήμπορος να διαδηλώσει ρουφούσε το τσιγάρο του. Άνθρωπος λίγων λόγων, δεν εστερείτο καυστικών σχολίων όταν η ανάγκη το απαιτούσε.
Το τσιγάρο αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά στιγμιαίο καταφύγιο για τον Νιόνιο. Ο Νιόνιος θεωρούσε και τους δύο μονομάχους πρόσωπα οριακά φαιδρά. Η αφέλεια του λαικού πολιτευτή Μπάμπη, πολύ πιο επιτυχημένου από αυτόν, όσο και η μελαγχολική προγονοπληξία του Σπύρου τον ενοχλούσαν εξ’ ίσου.
Οι σπουδές του Νιόνιου, τον είχαν οπλίσει με τις αναγκαίες γνώσεις για να εμπνευστεί από το ένδοξο παρελθόν του νησιού αλλά και του είχαν δημιουργήσει την νοητή υποχρέωση να προσπαθήσει να το ξεπεράσει. Στη διαμάχη των δύο ανδρών δεν μπορούσε να πάρει θέση. Αποφάσισε λοιπόν να ξεφύγει με μια καλά σκηνοθετημένη διμέτωπη επίθεση.
“Μωρέ άμετε στο μπάρμπα σας, μεσημεριάτικα, θρασίμια. Πρεμούρες που έχετε στα γεράματα να κάνετε τους πολεοδόμους!“
Κατά ένα παράδοξο τρόπο η απάντηση ικανοποίησε το κοινό που ξέσπασε σε δυνατό γέλιο και έντονα χειροκροτήματα. Ίσως γιατί είχε λίγο από τα παραδοσιακά πειράγματα που συγκινούσαν τον Σπύρο και από την άλλη σατίριζε την αφελή μεγαλομανία του Μπάμπη. Πληρωμένη απάντηση λοιπόν και για τους δύο.
Ικανοποιημένος από την απάντηση του, ο Νιόνιος γύρισε αυτόματα στην μοναχική του διάθεση και το τσιγάρο του, μακρυά από τη διπλανή παρέα των συνταξιούχων. Οι άλλοι αφού έλυσαν και αυτό το θέμα μπορούσαν να γυρίσουν στο επόμενο ερέθισμα που θα κινούσε την περιέργεια τους. Αυτός σαν γέρο-πατέρας ήθελε να απολαύσει όλο το χρόνο που είχε στην διάθεση του για να αποχαιρετίσει το νοητό του παιδί.
Στην τραγική αυτή ώρα ο Πρίαμος είχε την απροσδόκητη συμπαράσταση του Αχιλλέα. Αυτός δεν μπορούσε να ελπίζει ότι ο στρατός των ξένων εργατών θα καταλάβαινε τον πόνο του. Όσες ικεσίες και αν προσπαθούσε να εκφράσει ο πρεσβύτης μηχανικός η γλώσσα των εισβολέων ήταν διαφορετική. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ακέφαλο, κρυμμένο πίσω από την απρόσωπη εντολή μιας δημόσιας εργολαβίας το πλήθος των εργατών δεν θα σταματούσε το έργο του.
Παρέμεινε λοιπόν απαθής στην καρέκλα του καπνίζοντας νευρικά παρατηρώντας τον καπνό που ανέβαινε ψηλά και έστελνε τα μηνύματα της θλίψης προς ένα άγνωστο παραλήπτη.




