Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα το οποίο απεκόμισα από την ανάγνωση αυτή, είναι ότι η στερεότυπη αντίληψη ότι ο Παπαδιαμάντης διαπρέπει στο διήγημα αλλά υστερεί στο μυθιστόρημα είναι ψευδής.
Η "Γυφτοπούλα" είναι ένα σχετικά εκτενές έργο, καταλαμβάνει 281 σελίδες στην έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη του 1954 απο τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου. Άρα μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί μυθιστόρημα και όχι απλά ένα μεγάλο διήγημα.
Η πρωταγωνίστρια είναι φανταστικό πρόσωπο, που ζεί τις παραμονές της Άλωσης στην Λακωνία και συνδέεται με τον φιλόσοφο και αμφιλεγόμενο πολιτικό μεταρρυθμιστή Πλήθωνα. Στο προσκήνιο φωτίζεται το δράμα της κόρης, στο παρασκήνιο απεικονίζεται η ουτοπική προσπάθεια ενός διαννοουμένου να αντιταχθεί στον ρού της ιστορίας και να επιχειρήσει ένα απονενοημένο άλμα προς το παρελθόν.
Ο Παπαδιαμάντης είναι κλασικός συγγραφέας και δεν παραγνωρίζει την αξία της πλοκής στο έργο του. Η "Γυφτοπούλα" κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη απο την αρχή ως το τέλος. Από την πρώτη σκηνή του έργου ο συγγραφέας τοποθετεί το έργο του στο χώρο και τον χρόνο και αιχμαλωτίζει την προσοχή με μια σειρά απο σκηνές δράσης και καταδίωξης.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου διαδραματίζεται στην Λακωνία, στο σπίτι του Πρωτόγυφτου, όπου η πρωταγωνίστρια μεγαλώνει ως κόρη του μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Παρ' ότι φαινομενικά αυτή είναι μια περίοδος στασιμότητας, ο Παπαδιαμάντης, φροντίζει να μας προβάλει την απόσταση που χωρίζει την Αιμά, αυτό είναι το όνομα της κοπέλας, απο τον περίγυρο της ως προοίμιο της καταδίωξης και του χωρισμού που θα ακολουθήσει.
Τολμώ δε να ισχυριστώ ότι το έργο είναι κατάλληλο για να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, η σκηνή που η κοπέλα μπαίνει έντρομη στο καπηλειό του Κατούνα και λαχανιασμένη βρίσκεται παγιδευμένη σε μια γωνιά ενώπιον των διωκτών της είναι εξόχως κινηματογραφική.
Φυσικά όμως οι αρετές του μυθιστορήματος δεν εξαντλούνται στην πλοκή.
Η αγάπη του Παπαδιαμάντη για τη φύση είναι ένας απο τους σταθερούς άξονες του έργου του. Η "Γυφτοπούλα" είναι γεμάτη απο ποιητικές σκηνές που περιγράφουν και υμνούν την φύση. Αυτό όμως που κάνει τον Παπαδιαμάντη να ξεχωρίζει είναι ότι η αγάπη του αυτή δεν εξαντλείται σε μια μονότονη λυρική φόρμα αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και με πιο απλά, "φθηνά", υλικά.
Ο διάλογος του Τρέκλα με τον σκύλο του τον Χόμο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο βίαιος Τρέκλας κάποτε βασανίζει τον σκύλο και κάποτε του εξομολογείται τα προβλήματα του, με τον Χόμο να κατέχει την ηθική ανωτερότητα. Οι Πατέρες της ερήμου ομολογούσαν ότι ο σκύλος τους ήταν καλύτερος απο αυτούς γιατί είχε πιο πολύ αγάπη και δεν κατέκρινε, ο Παπαδιαμάντης στο ίδιο μήκος κύματος καταλήγει ότι <<Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν του>>.
Τελειώνοντας την αναφορά στα στοιχεία που κάνουν το έργο να ξεχωρίζει, οφείλω να ομολογήσω ότι όπως και στα υπόλοιπα έργα του Παπαδιαμάντη, ο λεκτικός πλούτος εντυπωσιάζει. Πλειστάκις χρειάστηκε να σταματήσω την ανάγνωση για να καταλάβω (και μετέπειτα να θαυμάσω) μια λέξη που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Αυτός ο εκφραστικός πλούτος είναι πάνω από όλα που ελκύει και τον σύγχρονο αναγνώστη στο έργο του μεγάλου Σκιαθίτη. Όχι ως μια πλούσια, αλλα απηρχαιωμένη εκδοχή της γλώσσας μας, εν είδει μουσειακού εκθέματος. Αλλ' ως ακριβέστερη και κομψότερη πρόταση περιγραφής των πραγμάτων, που επιφέρει αυτόματα και την αναβάθμιση της ζωής μας.
Την εποχή μου, στην εκπαίδευση ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν δημοφιλής.
Εξ' ού και αγνοώ το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.
Ο ίδιος φρόντισε πέραν πάσης αμφιβολίας να ορίσει τους κυριότερους άξονες αναφοράς του : την λατρεία προς τον Χριστό, τον έρωτα της φύσης και την <<μετά στοργής>> εξιστόρηση των γνησίων Ελληνικών ηθών.
Αυτοί φαίνεται τον έφεραν σε ανοικτή σύγκρουση με το φιλολογικό / σχολικό κατεστημένο της εποχής, το οποίο, έχοντας πιά κατακτήσει την κυβέρνηση (και παρ' ολίγο την εξουσία, για να θυμηθούμε και την Περιστέρα) υπηρετούσε το όραμα της Αλλαγής και προέβαλε ψυχαναγκαστικά άλλες κορυφές των Ελληνικών Γραμμάτων π.χ. τον Καβάφη. Το αποτέλεσμα ήταν η περιορισμένη διδασκαλία του έργου του να τον περιγράφει ως μια καρικατούρα του εαυτού του, ένα καταθληπτικό, θρησκόληπτο, με απηρχαιωμένους λεκτικούς κώδικες. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι τίποτα απο αυτά.
Η Αιμά είναι διωκόμενη αλλά πουθενά δεν παρουσιάζεται ως θύμα. Παρά τους περιορισμούς της φτωχής της ζωής, καλλιεργεί ένα ωραίο κήπο και όταν μπαίνει σε κίνδυνο, αντιδρά δυναμικά.
Στο πολιτικό πεδίο, ο Παπαδιαμάντης δεν ασπάζεται θεωρίες συνομωσίας για την δυστυχία των Ελλήνων της εποχής του (σε αντίθεση με κάποιους Έλληνες της εποχής μας) και αναφέρει ρητά την ευθύνη των ανθρώπων ως κύρια αιτία των προβλημάτων τους. Γράφει χαρακτηριστικά
<< ... τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν, ει πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι' ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν ...>>
Στο κοινωνικό πεδίο, ο Παπαδιαμάντης, δεν ανέχεται τους υποκριτές. Εξανίσταται ακόμα και με τις άδικες επιθέσεις προς την θεά του έρωτα Αφροδίτη και στηλιτεύει αυτούς που <<... εν τω κρυπτώ μεν έθυον εις αυτήν και εις τον Διόνυσον και εις την αγέλην αυτού, εν τω φανερώ δε ύβριζον και διέσυρον>>.
Ο Παπαδιαμάντης, μάλλον δίκαια, έχει χαρακτηριστεί ως ο <<Άγιος>> των Ελληνικών γραμμάτων.
Είναι αγαθός, αλλα όχι αφελής, η κρίση του είναι αυστηρή αλλά ξέρει να δικαιολογεί . Εν τέλει, είναι ένας <<άγιος>> με λεπτό, ειρωνικό χιούμορ που ξέρει πότε πότε να χαμογελά πονηρά :
<<Ο Πρωτόγυφτος έγινε πράγματι άφαντος και ουδέν πλέον ηκούσθη περί αυτού. Όσον δια τον Βούγκον, ούτος εργαζόμενος φιλοπόνως εγηροτρόφησε την πτωχήν γύφτισσαν, μέχρις ότου οι δύο αυτής κρεμαστοί οδόντες έπεσον, και δεν ηδύνατο πλέον να μασσήση. Τότε δε παθούσα εξ ατροφίας μετέβη εις ανεύρεσιν των δύο κοπτήρων της>>.
Ζυρίχη, 2020/03/15
No comments:
Post a Comment