Saturday, January 15, 2022

Τα φουστάνια της Σωτήραινας

 “Σιγά το πένθος! Μόλις έκλεισε χρόνο ο μακαρίτης τα μαύρα πετάχτηκαν” δήλωσε αυστηρά ο Σωκράτης στην ανηψιά του την Παναγιώτα και συνέχισε να κλαδεύει τον κήπο της Εκκλησίας του χωριού του.



                                                               Πηγή https://bit.ly/3rfOXWa

“Παρα-είσαι αυστηρός μπάρμπα” αποκρίθηκε η Παναγιώτα. “Σαράντα χρονών γυναίκα ήταν η Σωτήραινα όταν χήρεψε. Το παιδί της καλά-καλά δεν είχε αρχίσει το Γυμνάσιο. Τι ήθελες; Να χωθεί στη γή;” Σκούπισε το μέτωπο της απο τον ιδρώτα, ένευσε γελαστά με το χέρι προς την Σωτήραινα που ανέβαινε φορτωμένη κατά την πλατεία και συνέχισε να σκουπίζει τα κλαδιά που έπεφταν στον αυλόγυρο απο το κλαδευτήρι του μπάρμπα της.

Πάντα ευγενική, πάντα με τη δικαιολογία στο στόμα η Παναγιώτα δεν έμοιαζε στο θείο της. Κόρη της αδελφής του, την μεγάλωσε σαν δικό του παιδί, την πήρε στο σπίτι όταν η μακαρίτισα πέθανε και άφησε την Παναγιώτα μωρό παιδί ορφανό. Έτσι μεγάλωσε η Παναγιώτα. Μαζί με την οικογένεια του θείου της του Σωκράτη, με τη θεία της τη Ευαγγελία και την εξαδέλφη της τη Βαρβάρα. Και όταν τα έφερε ο καιρός και η Ευαγγελία έκλεισε τα μάτια της και η Βαρβάρα παντρεύτηκε στο εξωτερικό η Παναγιώτα έμεινε με τον Σωκράτη. Να τον προσέχει και να τον ανέχεται μαζί.

Ανθρωπος του διαβάσματος ο Σωκράτης, μοίραζε τον καιρό μεταξύ της Εκκλησίας και του γραφείου του. Διάκονος στην Εκκλησία με όλη τη σημασία της λέξης, στο καθάρισμα, στον κήπο, στο παγκάρι, στο ψαλτήρι. Στο γραφείο του όμως, δεσπότης, ταλαιπωρούσε την Παναγιώτα και τα βιβλία του, σκαλίζοντας τα αδιάκοπα, ζητώντας να τρυγίσει τη χαρά που έλειπε απο την υπόλοιπη ζωή του.

Ο Σωκράτης σπούδασε δάσκαλος στα νιάτα του, ότι καλύτερο μπορούσε να ελπίζει ένα παιδί του χωριού της εποχής του. Δεν τον τράβαγε όμως η διδασκαλία. Η γνώση τον τράβαγε. Οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα αφελή πλημμελήματα τους που για άλλους έχουν χάρη αγγελική δεν συγκινούσαν τον αυστηρό Σωκράτη. Αυτός έβλεπε παντού παραβάσεις και ζητούσε να τις ισιώσει. Γρήγορα κατάλαβε ότι αυτός ο δρόμος δεν ήταν για αυτόν. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και τελείωσε τα Οικονομικά.

Στην πρώτη ευκαιρία παραιτήθηκε απο το σχολείο και ορκίστηκε αξιωματικός στην Αεροπορία. Και διέπρεψε. Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία, κερδίζοντας τα “χαμένα” χρόνια του σχολείου και έφτασε να αποστρατευτεί σαν Πτέραρχος. Η έμφυτη του αυστηρότητα μαζί με το κοφτερό του μυαλό και την εργατικότητα του έγιναν παράδειγμα προς μίμηση.

Και μετά; Μετά ο γάμος της κόρης του στην Αμερική, ο θάνατος της γυναίκας του και η επιστροφή στον χωριό και στην Παναγιώτα. Εκεί που ξεκίνησε. Στο “σημείο μηδέν” για τα μυαλά του Σωκράτη. Κανονικά δεν θα γύριζε ποτέ. Κάτι όμως η πρόσκληση της Παναγιώτας, κάτι οι αναμνήσεις απο τα καλακαίρια που είχε περάσει με τη γυναίκα του, τον έκαναν να γυρίσει. Ήταν περίεργος ο Σωκράτης. Ζούσε στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε και όμως ένιωθε ότι συμβιβάστηκε με το χωριό απο τότε που το επισκέφθηκε με τη γυναίκα του.

Δεν ήταν κακός, αυστηρός και παράξενος ήταν ο Σωκράτης. Αυστηρός προς όλους και πρώτα προς τον εαυτό του. Για αυτό ταίριασε στη ζωή του στρατού. Δούλευε σε ένα περιβάλλον που δεν ανεχόταν τα λάθη όπως και αυτός, κέρδιζε όσα χρειαζόταν για να ζεί και είχε αρκετό χρόνο για να μελετάει. Να μελετάει τα πάντα. Τι παραπάνω ήθελε ο Σωκράτης; Όχι! Καλά έκανε και παραιτήθηκε απο δάσκαλος. Ο Σωκράτης ήταν δια βίου μαθητής!

Στο χωριό μόνη παρέα του Σωκράτη εκτός απο την Παναγιώτα και τα βιβλία του ήταν ο εφημέριος του χωριού, ο παπα-Γεράσιμος. Αλλά και αυτή με μέτρο, όπως όλα τα πράγματα στην ζωή του Σωκράτη. Πως να πολυταιριάξουν άλλωστε; Πράος και επιεικής ο παπάς, απότομος και αυστηρός ο Σωκράτης. Το ίδιο Ευαγγέλιο διαβάζαν, χώρια καταλάβαιναν.

Όταν που και που καμμία γριά ενορίτισσα παραπονιόταν στον παπά για τη συμπεριφορά του επιτρόπου Σωκράτη, ο παπά-Γεράσιμος απαντούσε γλυκά: “Δεν είναι κακός. Αυστηρός είναι και παράξενος.”

Δεν είχε όμως μόνο ελαττώματα ο Σωκράτης. Είχει και αρετές! Απεχθανόταν τις κολακίες και τους εύκολους επαίνους. Σε ένα πανηγυρικό εσπερινό στο χωριό κάποιος πολιτευτής έπλεξε το εγκώμιο του “ηρωικού πτεράρχου” του χωριού, για ψήφους ο σιχαμένος. Ο Σωκράτης αμέσως σχολίασε δυνατά: “Φτερά έχει το μυαλό σου και πέταξε. Φαντασμένε!” προς μεγάλη απογοήτευση του παπά-Γεράσιμου ο οποίος προσδοκούσε εξυπηρέτηση για την Εκκλησία απο τον πολιτευτή. Γρήγορα όμως ο παπάς μαλάκωσε. Είπαμε. Δεν ήταν κακός ο Σωκράτης. Αυστηρός ήταν και παράξενος.

“Υπέρτατη αρετή η αγάπη!” επαναλάμβανε συχνά ο παπα-Γεράσιμος τις ώρες που έμεναν οι δυό τους στον ναό, ελπίζοντας κρυφά πως έστω και στα γεράματα θα γύριζε τα μυαλά του συγχωριανού και συνεργάτη. Αλλά ο πολύ-διαβασμένος Σωκράτης απαντούσε πάντα μονολογώντας για να μην προκαλέσει τον παπά “η αγάπη είναι δεύτερη. Την διάκριση αναφέρουν οι Πατέρες ως πρώτη.” Και ο ταπεινός παπάς έκανε πως δεν άκουγε και συγχωρούσε γιατί ήξερε πως ο Σωκράτης έστω και μια φορά μόνο στη ζωή του είχε καταφέρει να βρεί την αγάπη. Αυτή που μετά το θάνατο της γυναίκας του, της Ευαγγελίας, ο Σωκράτης είχε χάσει τα ίχνη της.

Κανείς στο χωριό δεν ήξερε απο που κρατούσε η σκούφια της μακαρίτισας της Ευαγγελίας. Σύντομα όμως ούτε που τους ένοιαζε. Γιατί κάθε φορά που επισκέπτονταν το χωριό ο Σωκράτης με τη γυναίκα του όταν ακόμα υπηρετούσε, η Ευαγγελία ήταν αυτή που είχε τις πολλές επαφές, λες και αυτή ήταν από το χωριό. Πιο δική τους απο τον ντόπιο τον Σωκράτη που σε όλους ήταν απόμακρος γιατί για όλους είχει μια παρατήρηση. Δεν ήταν λίγοι μάλιστα αυτοί που απορούσαν πως παντρευτήκαν οι δυό τους. Τόσο διαφορετικοί.

Και σε αυτό ακόμα ο Σωκράτης εξέπληξε τους χωριανούς. Χωρίς πολλές φασαρίες, ένα καλακαίρι τους παρουσίασε τη Ευαγγελία στεφανωμένη απο μήνες. Ούτε δασκάλα, ούτε απο τα μέρη τους, ούτε πολλούς έρωτες, ούτε πολλά λόγια. Και οι γριές του χωριού, αυτές που δεν ζούν πια, αυτές που τώρα πια ψέλνει ο Σωκράτης τα ψυχοσάββατα με τον παπά-Γεράσιμο απόρρησαν που ο Σωκράτης, ο αυστηρός και παράξενος, τόσο γρήγορα παντρεύτηκε.

Τον αγάπησε τον Σωκράτη η Ευαγγελία. Και τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, μεγάλωσε την κόρη τους την Βαρβάρα και αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα. Και την ώρα που τακτοποίηθηκε η κόρη τους, και ο Σωκράτης πήρε σύνταξη, η ώρα που νόμιζε πως περίμενε τόσα χρόνια η Ευαγγελία, η Ευαγγελία έφυγε. Σαν νοικοκυρά που σκούπισε τις ακαταστασίες μια ζωής και πήγε να ξαποστάσει.

Την αγάπησε ο Σωκράτης την Ευαγγελία. Γιατί τον ανέχτηκε, τον μαλάκωσε, τον συμβούλεψε, τον σύνοδεψε στις μεταθέσεις του και στις βαρετές εκδηλώσεις του στρατού, γιατί μεγάλωσε την κόρη τους τη Βαρβάρα όσο αυτός δούλευε ή προτιμούσε να χάνεται στα βιβλία του, γιατί αγκάλιασε την ανηψιά του την Παναγιώτα όταν πέθανε η αδελφή του.

Αλλά μετά η Βαρβάρα έφυγε και ο Σωκράτης άρχισε να μην ανέχεται κανένα. Κανείς δεν μπορούσε να τον μαλακώσει. Δεν άκουγε τις συμβουλές της Παναγιώτας και ώρες-ώρες αναπολούσε τις παλιές μεταθέσεις που θα το έφερναν μακρυά απο το χωριό και τις γριές ενορίτισσες του παπά-Γεράσιμου που πήγαιναν στην Εκκλησία για να ανταλλάξουν με τις άλλες γειτόνισσες μια καλή κουβέντα, έστω και προσποιητή, αντί για να προσέξουν τα λόγια της Λειτουργίας όπως θα ήθελε ο Σωκράτης.

Και η κόρη του η Βαρβάρα; Αυτή ήταν παντρεμένη στην Αμερική. Την αγαπούσε αλλά δεν την νοιάζονταν. Όσα καλοκαίρια τον επισκέφθηκε με τον ξένο συζυγό της και τον ακόμα πιο ξένο εγγονό του, μάταια αγωνίζονταν ο Σωκράτης να διώξει τις αναμνήσεις απο τα καλοκαίρια που είχαν περάσει οι τρείς στο χωριό όταν ζούσε η μακαρίτισσα η Ευαγγελία. Και το αποτέλεσμα ήταν να εισπράτει τα παράπονα της εξαδέλφης της η υπομονετική Παναγιώτα που άκουγε από άλλη μια πηγή την ίδια στερεότυπη κουβέντα. “Δεν τον αντέχω Παναγιώτα μου. Δεν είναι κακός αλλά είναι αυστηρός και παράξενος.”

Έτσι περνούσαν στο χωριό οι μέρες του Σωκράτη που δεν χόρταινε να διαβάζει τα βιβλία που είχε συγκεντρώσει τόσα χρόνια και σαν δεύτερη ενασχόληση παρατηρούσε στην Παναγιώτα την συμπεριφορά της κάθε χήρας και το πόσο ελαφρά σύμφωνα με τα γούστα του προσπερνούσε τον θάνατο του εκάστοτε μακαρίτη.

“Αδυναμία” δε του Σωκράτη ήταν η Σωτήραινα. Καλά-καλά δεν ήξερε το όνομα της, Σωτήραινα την έλεγε όλο το χωριό, αλλά θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια πόσα τετραγωνικά εκατοστά λευκού υφάσματος φορούσε η Σωτήραινα σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας και πόσο στενή ή φαρδειά ήταν η φούστα της όταν πήγαινε στο χωράφι να οργώσει. Αυτή που θα έπρεπε να είναι ντυμένη στα μαύρα και να κλαίει ακόμα τον μακαρίτη όπως αυτός την Ευαγγελία.

Μάταιες οι προσπάθειες της Παναγιώτας να αλλάξει τα μυαλά του Σωκράτη και να τον γλυτώσει απο το κρίμα της κατάκρισης που έλεγε και ο παπα-Γεράσιμος. Μια αγαθή και αγράμματη γυναίκα ήταν η Σωτήραινα που δεν πολυκαταλάβαινε απο τύπους. Τι δηλαδή; Επειδή ήταν απο τη φύση της πρόσχαρη και λεβεντόκορμη, γέννημα θρέμα του χωριού, ήταν αυτό αμαρτία; Και απο την άλλη δεν είχε την πολυτέλεια η Σωτήραινα να κάτσει να κλάψει τον μακαρίτη. Τρείς μέρες της πήρε να συνέλθει και μετά σήκωσε μόνη το φορτίο που μέχρι τότε μοιραζόνταν αγαπημένα με τον άντρα της. Είχε γιό να σπουδάσει και ζώα να ταίσει η Σωτήραινα. Δεν θα πήγαινε στο χωράφι μαυροφορεμένη να οργώσει με ντάλα ήλιο για να ικανοποιήσει τις ιδέες του Σωκράτη.

Ήταν όμως τέτοιο το μένος του Σωκράτη και τόση η ένταση με την οποία ενημέρωνε την Παναγιώτα για τις απόψεις του, σιγά-σιγά τους πήρε χαμπάρι το χωριό. Η μόνη που δεν έδινε σημασία, γιατί ήταν πραγματική Χριστιανή, ήταν η ίδια η Σωτήραινα που συνέχιζε να ντύνεται όπως ήθελε και να χαιρετάει πρόσχαρα όλον τον κόσμο ακόμα και τον Σωκράτη.

Τη μέρα που έγινε το κακό και αναστατώθηκε το χωριό, Μάρτη μήνα, ο Σωκράτης ήταν κλεισμένος στη ζέστη του γραφείου του, χαμένος στα διαβάσματα του και αναπολώντας τη ζωή με την Ευαγγελία. Την Σωτήραινα την πλάκωσε το τρακτέρ που όργωνε. Αγροτκό ατύχημα. Είχε βρέξει την προηγουμένη και το λασπωμένο χώμα δεν άντεξε. Έγειρε το τρακτέρ και μαζί του έγειρε μια για πάντα η λεβεντόκορμη Σωτήραινα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Ούτε κατάλαβε ο Σωκράτης πότε την κηδέψανε στην Εκκλησία του χωριού, εκεί που παρατηρούσε αυστηρά το ντύσιμο της, και πότε είχαν βρεθεί στο δρόμο προς το κοιμητήριο, το φέρετρο μπροστά, αυτός με τον παπά-Γεράσιμο απο πίσω και τελευταίες μπουλούκι οι φλύαρες γριές της ενορίας που υποστήριζαν το συντετριμμένο και πεντάρφανο μοναχο-παίδι της Σωτήραινας. Το παιδί που με τους κόπους και τις θυσίες της Σωτήραινας δούλευε μηχανικός στα καράβια και γύρισε άρον-άρον για να θάψει την μητέρα του.

Στον τάφο, λίγο πριν αρχίσουν το τρισάγιο, το παιδί της Σωτήραινας υποβασταζόμενο απο την πανταχού παρούσα Παναγιώτα πλησίασε τον Σωκράτη. “Τα μάθατε κύριε Πτέραρχε; Όταν ξέντυσαν την μανα μου για να την αλλάξουν βρήκαν στον κόρφο της μια φωτογραφία του πατέρα μου.” Ήταν η πρώτη φορά που ο πτέραρχος ευχήθηκε να είχε φτερά να εξαφανιστεί.

Software Engineer | Book lover | Curious about most things

Friday, December 3, 2021

Το κρατίδιο με τα σπίρτα

 


“Ομόλογα! Φρέσκα ομόλογα! Αγοράστε καλοί μου κύριοι ένα ομόλογο από εμένα τη φτωχή! Να κάνω και εγώ γιορτές!” Τοιαύτες φωνές εξήρχοντο εκ του λάρυγγος της δυστυχούς κορασίδος ήτις προσεπάθη μετ’ ενεργητικότητος ασυνηθίστου να πωλήσει την ευτελή της πραμάτεια. Φεύ, εις μάτην!

Ρακένδυτη, πειναλέα, ρηπαρή, ηδύνατο τις να ισχυρισθεί ότι παρέπεμπε μάλλον εις καταχθόνιον πλάσμα προσβάλλον την φαντασία των παίδων κατά την εορταστικήν περίοδον παρά εις έμπορον εμπνέουσα εμπιστοσύνην. Κοντολογίς, εν παγανό των χρηματαγορών.

Οι επενδυτές προσβληθέντες εκ της εποχικής φρενίτιδος προσεπέρνον την νεαρά εμπορό-επαίτισσα και επεκέντρον το ενδιαφέρον των εις τας προθήκας γνωστών τραπεζικών οίκων. Παράγωγα, ασφάλιστρα κινδύνου και άλλα τινά επενδυτικά προιόντα, συσκευασμένα πολυτελώς, εξήπτον την φαντασίαν του κοινού και υπέσχοντο ρωμαλέες αποδόσεις αγγίζουσες το 5, 6, 7 ή ακόμα και το 8%. Δικαίως οι αγνοούντες, ή μάλλον εθελοτυφλούντες, περί τα οικονομικά περιέβαλλον τα προιόντα αυτά εις την καρδίαν του χειμώνος με στοργήν προσιδιάζουσα εις χελιδόνια σημαίνοντα την αρχήν του οικονομικού έαρος.

Το εσπέρας επέλαυνε δρομέως και το επελθόν ψύχος καθίστατο δριμύτερο. Η κίνησις εις την κεντρικήν λεωφόρον ήτις συνεκέντρωνε τους πλείστους χρηματο-οικονομικούς οίκους αραίωνε καθώς οι επενδυτές αποχωρούσαν για να αναζητήσουν προστασία σε ασφαλή καταφύγια απο την επερχόμενη νύχτα.



Ολίγοι δυστυχείς παρέμενον αναμένοντες εξέλιξην τινά ήτις θα τους απέφερε το διαφυγόν μέχρι εκείνης της ώρας κέρδος. Μόνη περιοδική συνοδία για την νεαρή εμπορο-επαίτισσα το ζεύγος των Φραγκο-Βαυαρών αστυφυλάκων οίτινες περιπολούσαν εις την συνοικία του κερδώου Ερμού.

Η νεαρά με κεκλεισμένους τους οφθαλμούς ένεκα της κοπώσεως, προσεπάθει να αναγνωρίσει τους πλησιάζοντας πελάτας απο την αντήχησιν των υποδημάτων των εις το κράσπεδον του πεζοδρομίου. Αντιληφθείσα το περιπολούν ζεύγος των αστυφυλάκων συνεκέντρωσε τας ελάχιστας εναπομείνασας δυνάμεις της και εκέκραξε φωνήν μεγάλην:

“Ομόλογα! Σας παρακαλώ! Αγοράστε τα ομόλογα μου!”.

Αντί όμως την ποθητήν αγοράν η προσπάθεια της νεαράς συνεκέντρωσε το μηδιάμα των ολίγων παρισταμένων. Η εκδήλωσις του πλήθους ήτο τόσο έντονος ώστε προς στιγμήν διέλαθε της προσοχής του ότι η νεαρά εξαντληθείσα πλέον απο την υπερπροσπάθεια εκείτετο εις το πεζοδρόμιον καταληφθείσα υπο σπασμών. Το εφηβικό της κορμάκι εταράσσετο και εκ τους στόματος εξήρχοντο αφροί.

Το πλήθος το οποίο μέχρι πρότινος εχλεύαζε την κατάσταση της νεαράς κατελήφθη υπο πανικού. Οι φωνές έδιναν τη θέση τους στις ικεσίες προς το ζεύγος των παρισταμένων αστυνομικών όπως περισώσουν την άτυχον νεαράν. Άλλας, δια μια εισέτιν φοράν απεδείχθη ότι οι φύλακες δεν έχουσιν γνώσιν. Εμβρόντητοι ο Βαυαρός αστυνομικός και ο Φράγκος συνάδελφος του παρακολουθούσαν το παιδικό κορμάκι να μάχεται τον Χάρον όστις το διεκδικούσε αδυνατούντες να πράξουν τι.



Την θορυβώδη σιωπή του πλήθους διετάραξε η φωνή Ιταλίδος ιεροδούλου εργαζομένης εις την περιοχήν κατά τας νυχτερινάς ώρας:

“Τι την κοιτάτε μωρέ! Τη δόση της θέλει!”

Τοιαύτη αποκάλυψις ετάραξε το πλήθος, μέρος του οποίου μετέτρεψε αιφνιδίως την συμπάθεια προς την άτυχον νεαράν εις αποδοκιμασίαν:

“Ωρίστε! Τα πρεζόνια κυκλοφορούν ανάμεσα μας!” φώναξε εις, έτερος δε συνεπλήρωσε την επίθεσην ακολούθως:

“Αμ δεν φταίνε αυτά, εμείς φταίμε που τα ανεχόμαστε”.

Μετ’ ολίγου σχίσμα μέγα είχε χωρίσει το πλήθος των παρακολουθούντων την απέλπιδα προσπάθεια της νεαράς να κρατηθεί εις την ζωήν. Οι συμπάσχοντες μετ’ αυτής φωνασκούσαν υπέρ της άμεσης χορηγήσεως της “σωτηρίου” δόσεως ενώ οι αντίπαλοι τους απεδοκίμαζον ηχηρώς.

Η όλη αυτή σκηνή δεν είχε κρατήσει υπέρ του τριλέπτου ότε Λουξεμβούργιος γραφεύς εργαζόμενος εις παρακείμενον τραπεζιτικόν οίκον αφίχθει φέρων σύρριγγαν με την απαραίτητον ουσίαν. Παρεμέρισε το

πλήθος, εγονάτισεν παρά την νεαράν και εχορήγησεν το ναρκωτικόν. Αίφνης τα συμπτώματα της νεαράς υπεχώρησαν και αυτή περιέπεσεν εις ήσυχον κώμα. Ο αποφασιστικός γραφεύς εργαζόμενος εις την περιοχήν επι μακρόν εγνώριζε την κατάστασιν της νεαράς και εφρόντιζε να παρέχει την απαραίτητον προς αυτήν δόσιν. Το δυστύχημα ήτο ότι μέχρι τούδε καμμία κρίσις της νεαράς δεν είχε συμπέσει με τοσαύτως δριμείας καιρικάς συνθήκας με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθώσι άπαντες οι υποστηρίζοντες αυτήν και να αποκαλυφθεί εις τους παρισταμένους η πραγματική της κατάστασις.




Οι μέχρι τούδε αμηχάνως επιβλέποντες τα γεγονότα χωροφύλακες, θαρρήσαντες εκ της ανακάμψεως επλησίασαν τον γραφέαν και επερώτουν αυτόν με ύφος περισπούδαστον:

“Ποία η συγκέντρωσις του χορηγηθέντος διαλλείματος;”

“Θα εξασφαλίσει την ανάκαμψιν της νεαράς;”

Περιττόν να σημειωθεί ότι η βραδύτητα της παρεμβάσεως αλλά και το αστείον των ερωτήσεων των μόνο μηδιάματα προυκάλεσε εις το συγκεντρωθέν πλήθος το οποίο ειδόν ότι η νεαρά είχε διαφύγει του κινδύνου διελύθη αφήσαν αυτήν και τον γραφέα προστάτην της μόνους εις την νύχταν.

Την επομένην ημέρα ο κόσμος συνεκεντρώθη και πάλιν εις τη κεντρικήν λεωφόρον. Παράδοξον σημείον! Εις την ιδίαν περιοχήν, την ιδίαν εποχήν του έτους, με τον ίδιον διάκοσμον ο ενθουσιασμός του πλήθους είχε καμφθεί εμφανώς. “Μεταξύ ημών και υμών μέγα χάσμα εστί” διαλαλεί η Γραφή, αλλά εις την παρούσαν περίπτωσην το ρηθέν μάλλον δεν επαληθεύεται. Η άπορος κορασίδα δεν ήτο μόνο άπορος αλλά και άφρων.Στις δε αφροσύνες της δεν ήτο μόνη. Οι ισχυροί της ελεγκτές ήταν οι πρώην συν-διονυσιασταί της. Το ρακένδυτο κορμάκι που τώρα ξαπλώνει επι του πεζοδρομίου σε εποχές παχέων αγελάδων ήτο θελκτκό και συνεκέντρωνε το ιδιοτελές ενδιαφέρον της επενδυτικής ξυνωρίδος. Ξεφαντώματα και πάσης φύσεως διασκεδάσεις πληρούσαν την ημερησίαν διάταξιν και οι δόσεις είχον αντικαταστήσει την τιμίαν εργασίαν ως μέσον διαβιώσεως. Η διασκέδασις όμως απαιτεί συντροφιά, η δε περισυλλογή μοναξιά. Δανείζοντες και δανειζόμενοι άλλαζαν συχνά ρόλους. Μετεβλήθησαν ούτως εις συνωθύλευμα αδύνατον πλέον να διαχωριστεί.




Η πτωχή και ασήμαντος κορασίδα ήτις έστεκε και πάλιν εις την γνωστήν της θέση, δεν ήταν πλέον μόνο το αντικείμενο του οίκτου των περαστικών. Κατα μίαν διεστραμμένην έννοιαν είχε μεταβληθή εις εφιάλτην δεσπόζοντα επι των λογισμών των παροικούντων την περιοχήν εκείνην. Οι κραταιοί οικονομικοί παράγοντες και μεγαλο-επενδυτές οι οποίοι μέχρι πρότινος εδιασκέδαζον την αγοράν με τις τολμηρές, ου μην αλλά και παράτολμες των τοποθετήσεις, έβλεπαν πλέον εις την τυρρανισμένη μορφή της απόρου κορασίδος την βεβαίαν κατάληξιν της επενδυτικής τους αβελτηρίας. Εις στιγμάς ευφορίας εξημμένης εξ’ ουσίας ναρκωτικής, παρατηρείται επίπλαστος τινά αίσθησις συντροφικότητος. Πραγματική ενότης όμως δεν νοείται μακράν της αληθείας και ο τεχνητός “παράδεισος” κείται εις τον αντίποδα αυτής. Ούτως, η παραμικρή υποψία ελλείψεως αρκεί δια να σπρώξει τους εθισμένους εις την ιδιωτικήν φρενίτιδα προς εξασφάλισιν του αναγκαίου καταπραυντικού. Ο χρηματοοικονομικός κόσμος κατενόησε ότι δεν ημπορούσε να εγγυηθεί ούτε την δόσιν πτωχής επαίτισσας. Ο φόβος της ιδίας ανάγκης είχε επικρατήσει.

Το νέο διεδόθη σε όλη την συνοικία του Ερμού και ακόμα πιο μακρυά. Μετ’ ολίγον το πλήθος άρχισε να συρρέει εις τον οίκον όθεν ηργάζετο ο δραστήριος Λουξεμβούργιος. Όλοι έσπευδαν να εξασφαλίσουν ότι σε περίπτωση κρίσεως θα τους προμήθευε την απαραίτητον δόσιν. Η αγωνία γενούσε παραλογισμό. Μέρικοι έφτασαν στο σημείο να ερωτούν πως θα δυνηθεί ο κάθε χρήστης να πληρώσει τα έξοδα της δόσεως του. Η προκληθείσα αταξία εσταμάτησε πάσα δραστηριότητα. Ο κίνδυνος για πρόκληση επεισοδίων ήταν εμφανής. Ούτως δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση του το φαιδρό ζεύγος των Φραγκο-Βαυαρών αστυφυλάκων το οποίο και ανέλαβε την λειτουργία του οίκου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να εξασφαλίσει την τάξι. Παρ΄όλα αυτά η αναστάτωσις δεν έλεγε να κοπάσει.




Εν τέλει, απεφασίσθη το ακόλουθο: τη αδεία των αστυφυλάκων και ένεκα της ελλείψεως ενδιαφέροντος προς τα ομόλογα της πτωχής νεαράς να της επιτραπεί να μεταβάλει την δραστηριότητα της εις την εμπορία άλλων αγαθών. Επιπλέον, να της χορηγηθεί αρχικό μικρόν κεφάλαιον με τη μορφή αγαθών το οποίο και θα μεταπωλήσει. Ούτως, η μικρή πωλήτρια ομολόγων μετεβλήθη αίφνης εις πωλήτρια σπίρτων.

Η νύξ επανήλθε και το συνοδεύον ψύχος ήτο δριμύ. Η νεαρά εγκαταλειφθήσα και πάλι εις το έλεος του παγετού έσφιγκε εις την παλάμην της το δώρο των χρηματαγορών και προσεπάθη να συγκεντρώσει τας

τελευταίας εναπομείνασας ζωτικάς ικμάδας ας διέθετε. Κοινός νους θα επέβαλε να χρησιμοποιήσει η μικρά μέρος του εμπορεύματος της όπως θερμανθή. Ιδιάζουσα όμως φιλοτιμία ήτις πληστάκις χαρακτηρίζει τας ψυχάς και το χαρακτήρα των βαρέως αμαρτανώντων προέτρεπε την μικρή να κρατήσει ακέραιο το περιεχόμενο του εμπεπιστευμένου προς αυτήν εμπορεύματος. Προιούσης της ώρας η κατάσταση της νεαράς εγένετο πάνυ δύσκολος. Αισθομένη το τέλος της έγειρε στο πεζοδρόμιο και προσπάθησε να βολευτεί όπως-όπως. Μία σκέψη διεπέρασε τον νού της: “εαυτήν ουκ εδυνήθη σώσαι, αλλά άλλους εδύνατο σώσαι”. Πήρε αργά αλλά σταθερά ένα σπίρτο, το άναψε και πλησίασε την μικρή φλογίτσα προς διπλανό σωρό απορριμάτων. Αυτή που απεβίωσε εκ του ψύχους, θα ανεθέρμαινε την παγκόσμιον οικονομία. Το καθαρτικό πύρ, μετεδόθη αστραπιαίως μεταβάλον εις στάχτην τα απορρίματα των χρηματαγορών …

Mountain View, 2012/01/15











Sunday, October 31, 2021

Η παλιά πλατεία

 


Η παλιά πλατεία έμοιαζε βομβαρδισμένη. Ο έφηβος ήλιος της άνοιξης κέρδιζε δύναμη, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, και το μεσημέρι πλησίαζε απειλητικό για τους εργάτες που έσκαβαν βαριεστημένα αλλά σταθερά τη νησιωτική γη. Ότι δεν κατάφερε να ξεθεμελιώσει ο χρόνος, οι κατακτητές και ο σεισμός στέναζε τώρα κάτω από τα εργαλεία του δημοτικού συνεργείου.

Οι λίγοι θαμώνες του παρακείμενου καφενείου, χάζευαν με αρκετό ενδιαφέρον τον αταίριαστο θίασο. Η ακαταλαβίστικη γλώσσα την οποία μιλούσαν οι πιο πολλοί από αυτούς, οικονομικοί μετανάστες γαρ, ξένιζε τον τυχαίο παρατηρητή. Δεν βαριέσαι όμως; Τόσοι και τόσοι πέρασαν από αυτό το νησί μιλώντας γλώσσες που σιγά σιγά εμπλούτισαν το τοπικό ιδίωμα. Δεν θα αποτελούσε και αυτή η φορά εξαίρεση.

Η τουριστική περίοδος ήταν επί θύραις και το “σαλόνι” της πρωτεύουσας τους είχε επιεικώς τα χάλια του. Ο Μπάμπης, παλιός κοινοτάρχης παρακείμενου χωρίου, πήρε το λόγο σαν απόμαχη οικοδέσποινα που σχολίαζε δυσαρεστημένη την ακαμάτρα νύφη της.

“Μα τι περιμένει επιτέλους ο δήμαρχος και δεν τελειώνουν; Απρίλης έφτασε, όπου να’ναι έχουμε Πάσχα και μετά αρχίζει ο τουρισμός. Εμείς θα είμαστε ακόμα σε τέτοια χάλια;” Συνέχισε δε εμφατικά και αυτάρεσκα:

“Όταν ήμουν εγώ στα πράγματα υπήρχε σχέδιο. Δεν πηγαίναμε στα κουτουρού. Τα πράγματα τελείωναν στην ώρα τους. Ακούς εκεί Απρίλης μήνας και η πλατεία να μην έχει παραδοθεί!”

Η ομήγυρη έγνεψε καταφατικά. Όχι υποχρεωτικά γιατί συμφωνούσε. Στα μικρά μέρη, οι καθημερινές παρέες του καφενείου δεν έχουν την πολυτέλεια για έντονες διαμάχες. Ούτε καν την ενέργεια. Τουλάχιστον όχι εκτός προεκλογικής περιόδου.

Ο Μπάμπης ερμήνευσε την σιωπή ως επιδοκιμασία. Όπως και να το κάνεις άφησε πίσω του έργο. Το δρόμο από το χωριό στο νεκροταφείο, την αποχέτευση του σχολείου, την δημοπράτηση για το κοινοτικό πάρκινγκ. Και τώρα, ως δίκαιος κριτής, ερχόταν να ζητήσει λογαριασμό. Στο αφελές μυαλό του, η ασφαλτόστρωση ενός επαρχιακού δρόμου ήταν δημόσιο έργο ισάξιο με την ανάπλαση μιας κεντρικής πλατείας.

Δεν πρόλαβε να απολαύσει τον στιγμιαίο θρίαμβο του και μια φωνή αντέτεινε περιπαικτικά

«”Φαμπρικέ κογιόν” Μπάμπη μου. “Φαμπρικέ κογιόν”! Δεν λες πάλι καλά που κοντεύουμε;»

Ήταν ο Σπύρος, έτερο μέλος της πρωινής παρέας του καφενείου, φιλόλογος και συνταξιούχος γυμνασιάρχης.



Ανάθεμα και αν κατάλαβε ο Μπάμπης τις παρόλες του Σπύρου. Απόφοιτος δημοτικού με το ζόρι δεν μπορούσε φυσικά να ξέρει τη Βενετική διάλεκτο που ομιλήθηκε στο νησί του αιώνες πριν. Κατάλαβε όμως πως ο Σπύρος τον αμφισβητούσε και το έδειξε με μια γκριμάτσα απορίας. Ο Σπύρος υποχρεώθηκε να διευκρινίσει περισσότερα χωρίς βέβαια αυτό να βελτιώσει τα πράγματα ουδόλως.

«”Κατασκεύαζε, ηλίθιε!”. Αυτό σημαίνει Μπάμπη μου. Παλαιά συμβουλή της εξουσίας προς τους λειτουργούς της. Το νιτερέσσο βλέπεις.»

Συνέχισε δε ακάθεκτος με το θάρρος που του είχε δώσει η επί τριακονταπενταετία ακατάσχετη ρητορεία του ενώπιον αμαθών, ως επί το πλείστον, χωριατοπαίδων ανα την Ελλάδα.

«Μην λησμονείτε αγαπητοί, την παράδοση των δημοσίων έργων στον τόπο μας. Στον καιρό των αφεντάδων και των Βενετών οι δρόμοι μας ήταν χωμάτινοι. Όταν η διοίκηση αποφάσισε να πλακοστρώσει την πλατεία, η αντίδραση που ξεσηκώθηκε δεν λέγεται. Και γιατί παρακαλώ; Γιατί, ακούστε αν είστε Χριστιανοί, τα γαιδούρια που μετέφεραν τις άμαξες των αφεντάδων γλιστρούσαν στις πλάκες. Για αυτό σου λέω. Ας τελειώσει το έργο και πάλι καλά!»

Η ομήγυρις έγνεψε και πάλι επιδοκιμαστικά. Τι και τι δεν είχαν ακούσει για την κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος στα δημόσια έργα. Πως να αποτελούσε εξαίρεση το συγκεκριμένο; Γενεές γενεών πια, περισσότερο υπήκοοι παρά πολίτες, έβλεπαν το χρήμα που με κόπο έβγαζαν να φορολογείται βάναυσα και ηρκούντο στο να εύχονται μυστικά, η διοίκηση-αφέντης να μην τους χρεώνει μόνο αλλά και να ολοκληρώνει κανένα έργο για την θεραπεία των αναγκών του τόπου.

Μια θλιβερή σιωπή κυριάρχησε ξαφνικά στην παρέα. Ο Σπύρος με την μελαγχολική του διάθεση είχε τρόπον τινά επικρατήσει σε αυτό τον γύρο της υποβόσκουσας διαμάχης με τον πρακτικό και πάντοτε αισιόδοξο Μπάμπη. Όχι ότι είχαν κάτι να χωρίσουν. Αγρότης και πολιτευτής ο Μπάμπης. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος ο Σπύρος. Οικονομικά πάρε-δώσε δεν είχαν. Εδώ επρόκειτο περί μιας συγκρούσως κοσμοθεωριών.

Ο Μπάμπης πίστευε στον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο με μια δύναμη αφελή, σχεδόν θρησκευτική. Η πίστη του ήταν στέρεα, αυταπόδεικτη. Μόλις χθές οι γονείς του και αυτός ίδρωναν κάτω από τον ζωοδότη, μα και ανελέητο, ήλιο με άροτρα και δρεπάνια για να καλλιεργήσουν την γη και να τρυγήσουν τους λιγοστούς καρπούς της. Τι φρόντιζε την γη και την συντρόφευε τους μήνες που εγκυμονούσε τους πολυπόθητους καρπούς της; Μα οι προσευχές τους για μια καλή σοδειά, για να περάσει και αυτός ο χρόνος κουτσά στραβά όπως πέρασαν και οι προηγούμενοι.



Σήμερα; Ο ίδιος και τα παιδιά του πια, σαν ανυπόμονοι εισπράκτορες, ανακάτευαν με μηχανική βοήθεια το χώμα για να ανακαλύψουν τι μπορεί να κρύβει, και απολάμβαναν μια και περισσότερες σοδειές του “σωλήνα” μέσα από πλαστικά θερμοκήπια. Η γή δεν χρειαζόταν πια προσευχές για να γεννήσει. Υπάρχουν φυτοφάρμακα για να το εξασφαλίσουν. Αν αυτό δεν είναι πρόοδος, τότε τι είναι;

Ο Σπύρος πάλι βρισκόταν στον αντίποδα. Και αυτός παιδί του ίδιου νησιού ήταν. Μεγάλωσε και αυτός με το λάδι, τα μπρόκολα και τα κρεμμύδια που παρήγαγε ο τόπος αλλά από μόνα τους τα έβρισκε άνοστα. Το “καρύκευμα” που νοστίμιζε την ζωή του ήταν ο λόγος των ποιητών που παρήγαγε άφθονα ο τόπος.

Μικρός-μικρός γεύθηκε το νέκταρ της ποίησης του νησιού του. Στον ίδιο κάματο που ο Μπάμπης έβλεπε μόνο κούραση, ο Σπύρος άκουσε για πρώτη φορά τις αυτοσχέδιες ρίμες που συνέθεταν οι αγρότες πρόγονοι του για να ανεβεί το κέφι και να περάσει η ώρα:

“Σιορ Ντοτόρο με τη γούνα,

η γυναίκα σου γουρούνα,

τα παιδιά σου ούτσι-ούτσι,

δεν ‘ποτάσουνε παπούτσι.”

Ύστερα ήρθε ο εθνικός οίστρος, οι νίκες του στρατού μας και η ντροπιαστική κατοχή, τραγουδισμένα και αυτά σε εγχώριους στίχους:

“Σε γνωρίζω απο την κόψη …”

Όταν έφθασε πια ο καιρός των σπουδών για τον Σπύρο, δεν υπήρχε καμία αμφιταλάντευση ως προς το αντικείμενο που θα διάλεγε. Ο λόγος και η ιστορία του νησιού θα γινόταν ο λόγος της ιστορίας της ζωής του.

Αυτός ήταν ο καμβάς που συγκρατούσε το υπόστρωμα της σχέσης των δύο ανδρών: αφελής πίστη στο μέλλον από τη μία, μελαγχολική προσήλωση στο παρελθόν από την άλλη. Βίοι παράλληλοι δηλαδή, αλλά κατά κυριολεξία: χωρίς καμία τομή.

Ο Μπάμπης ρούφηξε νευρικά την τελευταία γουλιά από το παγωμένο πια καφεδάκι του και ρώτησε απότομα με ύφος δήθεν αφελές:

“Έτσι που τα λες Σπύρο μου, δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα. Να μείνουμε με τις ξερολιθίες ως που να πέσουν να μας πλακώσουν!”

Η καλά υπολογισμένη “επίθεση μειονότητας” του Μπάμπη είχε ένταση, αλλά όχι διάρκεια. Εξαπέλυσε τα μοναδικά πυρομαχικά του και περίμενε να δεί τον “εχθρό” να παραδίνεται.

Ο Σπύρος ατάραχος περίμενε αυτή την εξέλιξη και σίγουρος πια για την επερχόμενη του νίκη απολάμβανε αργά την επέλαση του στο έδαφος του ανυπεράσπιστου πια Μπάμπη. Απάντησε λοιπόν εξ’ ίσου προσποιητά:

“Να χτίζουμε Μπάμπη μου, αλλά με μέτρο και με σεβασμό.”

Συνέχισε δε επεκτείνοντας το επιχείρημα του:

“Τι τα θέλουμε τα μεγαθήρια και τις μεγάλες πλατείες; Για τρείς μήνες που διαρκεί το πανηγύρι διαλύουμε τα πάντα.”



Εδώ πια ο Σπύρος επιδιώκοντας την μεταφορική δήωση των θέσεων του Μπάμπη ξεπέρασε τα εσκαμμένα. Η ομήγυρις, διεφθαρμένη πια για τα καλά με το εύκολο χρήμα του τουρισμού, δυσανασχέτησε. Πως μπορούσε αυτός ο γερο-παράξενος ο Σπύρος να αμφισβητεί τα αυτονόητα; Τόσα παιδιά χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία και σπουδές έβρισκαν δουλειά με τον τουρισμό. Ξέχασε ο Σπύρος τις εποχές που η εύρεση εργασίας ήταν μια υπόθεση για ολίγους και εκλεκτούς; Αυτούς που διέθεταν μπιλιετάκι, μέσο, βύσμα; Για τους υπολοίπους φτώχεια ή ξενιτιά. Αυτό δε, το τελευταίο ήταν αβάσταχτο για τον τοπικό λαό, εξ’ ου και το παρατσούκλι “σπουργίτες”. Συμπέρασμα : το εύκολο ήταν και καλό.

Η συζήτηση είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Κανείς όμως δεν έλεγε να φύγει. Η ώρα δεν είχε φτάσει ακόμα για το μεσημεριανό, κανείς “Ιούδας” δεν ήθελε να σηκωθεί από την τράπεζα των συντρόφων. Οι δύο μονομάχοι είχαν σιωπήσει στιγμιαία και γέρνωντας το σώμα προς τα πίσω στην καρέκλα, μελετούσαν διεισδυτικά τους έτερους συνδαιτυμόνες. Η παραμικρή αντίδραση, το παραμικρό νεύμα, θα γινόταν αφορμή για ένα δεύτερο γύρο λεκτικής αντιπαράθεσης.

Τη σιγή έσπασε ο έντονος βήχας αρειμανίου καπνιστή από διπλανό τραπέζι. Ενστικτωδώς γύρισαν όλοι προς τα εκεί αναζητώντας λυτρωτικό διέξοδο. Αναγνώρισαν την μορφή και προέβησαν σε ζωηρό χαιρετισμό:

“Ε! Νιόνιο! Τι λες για την αμάχη του Σπύρου και του Μπάμπη;”

Η θεατρικότητα που διακατείχε έντονα το τοπικό στοιχείο, είχε αναβαθμίσει μια απλή λεκτική αντιπαράθεση καφενειακού επιπέδου σε “αμάχη”. Ο έμπιστος τρίτος είχε βρεθεί και το κοινό απαιτούσε δικαιοκρισία.

Ο Νιόνιος ήταν ο πιο κατάλληλος για να αποδόσει δικαιοσύνη. Μηχανικός από τους παλιούς του νησιού ήταν και ο κατασκευαστής της παλιάς πλατείας. Έβλεπε το δημιούργημα του να κατακρεουργείται βάναυσα και ανήμπορος να διαδηλώσει ρουφούσε το τσιγάρο του. Άνθρωπος λίγων λόγων, δεν εστερείτο καυστικών σχολίων όταν η ανάγκη το απαιτούσε.

Το τσιγάρο αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά στιγμιαίο καταφύγιο για τον Νιόνιο. Ο Νιόνιος θεωρούσε και τους δύο μονομάχους πρόσωπα οριακά φαιδρά. Η αφέλεια του λαικού πολιτευτή Μπάμπη, πολύ πιο επιτυχημένου από αυτόν, όσο και η μελαγχολική προγονοπληξία του Σπύρου τον ενοχλούσαν εξ’ ίσου.

Οι σπουδές του Νιόνιου, τον είχαν οπλίσει με τις αναγκαίες γνώσεις για να εμπνευστεί από το ένδοξο παρελθόν του νησιού αλλά και του είχαν δημιουργήσει την νοητή υποχρέωση να προσπαθήσει να το ξεπεράσει. Στη διαμάχη των δύο ανδρών δεν μπορούσε να πάρει θέση. Αποφάσισε λοιπόν να ξεφύγει με μια καλά σκηνοθετημένη διμέτωπη επίθεση.

“Μωρέ άμετε στο μπάρμπα σας, μεσημεριάτικα, θρασίμια. Πρεμούρες που έχετε στα γεράματα να κάνετε τους πολεοδόμους!“

Κατά ένα παράδοξο τρόπο η απάντηση ικανοποίησε το κοινό που ξέσπασε σε δυνατό γέλιο και έντονα χειροκροτήματα. Ίσως γιατί είχε λίγο από τα παραδοσιακά πειράγματα που συγκινούσαν τον Σπύρο και από την άλλη σατίριζε την αφελή μεγαλομανία του Μπάμπη. Πληρωμένη απάντηση λοιπόν και για τους δύο.

Ικανοποιημένος από την απάντηση του, ο Νιόνιος γύρισε αυτόματα στην μοναχική του διάθεση και το τσιγάρο του, μακρυά από τη διπλανή παρέα των συνταξιούχων. Οι άλλοι αφού έλυσαν και αυτό το θέμα μπορούσαν να γυρίσουν στο επόμενο ερέθισμα που θα κινούσε την περιέργεια τους. Αυτός σαν γέρο-πατέρας ήθελε να απολαύσει όλο το χρόνο που είχε στην διάθεση του για να αποχαιρετίσει το νοητό του παιδί.

Στην τραγική αυτή ώρα ο Πρίαμος είχε την απροσδόκητη συμπαράσταση του Αχιλλέα. Αυτός δεν μπορούσε να ελπίζει ότι ο στρατός των ξένων εργατών θα καταλάβαινε τον πόνο του. Όσες ικεσίες και αν προσπαθούσε να εκφράσει ο πρεσβύτης μηχανικός η γλώσσα των εισβολέων ήταν διαφορετική. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ακέφαλο, κρυμμένο πίσω από την απρόσωπη εντολή μιας δημόσιας εργολαβίας το πλήθος των εργατών δεν θα σταματούσε το έργο του.

Παρέμεινε λοιπόν απαθής στην καρέκλα του καπνίζοντας νευρικά παρατηρώντας τον καπνό που ανέβαινε ψηλά και έστελνε τα μηνύματα της θλίψης προς ένα άγνωστο παραλήπτη.


Sunday, March 15, 2020

Διάβασα την "Γυφτοπούλα" του Παπαδιαμάντη

και οφείλω να ομολογήσω ότι ενθουσιάστηκα !

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα το οποίο απεκόμισα από την ανάγνωση αυτή, είναι ότι η στερεότυπη αντίληψη ότι ο Παπαδιαμάντης διαπρέπει στο διήγημα αλλά υστερεί στο μυθιστόρημα είναι ψευδής.

Η "Γυφτοπούλα" είναι ένα σχετικά εκτενές έργο, καταλαμβάνει 281 σελίδες στην έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη του 1954 απο τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου. Άρα μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί μυθιστόρημα και όχι απλά ένα μεγάλο διήγημα.

Η πρωταγωνίστρια είναι φανταστικό πρόσωπο, που ζεί τις παραμονές της Άλωσης στην Λακωνία και συνδέεται με τον φιλόσοφο και αμφιλεγόμενο πολιτικό μεταρρυθμιστή Πλήθωνα. Στο προσκήνιο φωτίζεται το δράμα της κόρης, στο παρασκήνιο απεικονίζεται η ουτοπική προσπάθεια ενός διαννοουμένου να αντιταχθεί στον ρού της ιστορίας και να επιχειρήσει ένα απονενοημένο άλμα προς το παρελθόν.

Ο Παπαδιαμάντης είναι κλασικός συγγραφέας και δεν παραγνωρίζει την αξία της πλοκής στο έργο του. Η "Γυφτοπούλα" κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη απο την αρχή ως το τέλος. Από την πρώτη σκηνή του έργου ο συγγραφέας τοποθετεί το έργο του στο χώρο και τον χρόνο και αιχμαλωτίζει την προσοχή με μια σειρά απο σκηνές δράσης και καταδίωξης.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου διαδραματίζεται στην Λακωνία, στο σπίτι του Πρωτόγυφτου, όπου η πρωταγωνίστρια μεγαλώνει ως κόρη του μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Παρ' ότι φαινομενικά αυτή είναι μια περίοδος στασιμότητας, ο Παπαδιαμάντης, φροντίζει να μας προβάλει την απόσταση που χωρίζει την Αιμά, αυτό είναι το όνομα της κοπέλας, απο τον περίγυρο της ως προοίμιο της καταδίωξης και του χωρισμού που θα ακολουθήσει.

Τολμώ δε να ισχυριστώ ότι το έργο είναι κατάλληλο για να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, η σκηνή που η κοπέλα μπαίνει έντρομη στο καπηλειό του Κατούνα και λαχανιασμένη βρίσκεται παγιδευμένη σε μια γωνιά ενώπιον των διωκτών της είναι εξόχως κινηματογραφική.

Φυσικά όμως οι αρετές του μυθιστορήματος δεν εξαντλούνται στην πλοκή.
Η αγάπη του Παπαδιαμάντη για τη φύση είναι ένας απο τους σταθερούς άξονες του έργου του. Η "Γυφτοπούλα" είναι γεμάτη απο ποιητικές σκηνές που περιγράφουν και υμνούν την φύση. Αυτό όμως που κάνει τον Παπαδιαμάντη να ξεχωρίζει είναι ότι η αγάπη του αυτή δεν εξαντλείται σε μια μονότονη λυρική φόρμα αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και με πιο απλά, "φθηνά", υλικά.

Ο διάλογος του Τρέκλα με τον σκύλο του τον Χόμο είναι  χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο βίαιος Τρέκλας κάποτε βασανίζει τον σκύλο και κάποτε του εξομολογείται τα προβλήματα του, με τον Χόμο να κατέχει την ηθική ανωτερότητα. Οι Πατέρες της ερήμου ομολογούσαν ότι ο σκύλος τους ήταν καλύτερος απο αυτούς γιατί είχε πιο πολύ αγάπη και δεν κατέκρινε, ο Παπαδιαμάντης στο ίδιο μήκος κύματος καταλήγει ότι <<Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν του>>.

Τελειώνοντας την αναφορά στα στοιχεία που κάνουν το έργο να ξεχωρίζει, οφείλω να ομολογήσω ότι όπως και στα υπόλοιπα έργα του Παπαδιαμάντη, ο λεκτικός πλούτος εντυπωσιάζει. Πλειστάκις χρειάστηκε να σταματήσω την ανάγνωση για να καταλάβω (και μετέπειτα να θαυμάσω) μια λέξη που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Αυτός ο εκφραστικός πλούτος είναι πάνω από όλα που ελκύει και τον σύγχρονο αναγνώστη στο έργο του μεγάλου Σκιαθίτη. Όχι ως μια πλούσια, αλλα απηρχαιωμένη εκδοχή της γλώσσας μας, εν είδει μουσειακού εκθέματος. Αλλ' ως ακριβέστερη και κομψότερη πρόταση περιγραφής των πραγμάτων, που επιφέρει αυτόματα και την αναβάθμιση της ζωής μας.

Την εποχή μου, στην εκπαίδευση ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν δημοφιλής. 
Εξ' ού και αγνοώ το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.
Ο ίδιος φρόντισε πέραν πάσης αμφιβολίας να ορίσει τους κυριότερους άξονες αναφοράς του : την λατρεία προς τον Χριστό, τον έρωτα της φύσης και την <<μετά στοργής>> εξιστόρηση των γνησίων Ελληνικών ηθών.

Αυτοί φαίνεται τον έφεραν σε ανοικτή σύγκρουση με το φιλολογικό / σχολικό κατεστημένο της εποχής, το οποίο, έχοντας πιά κατακτήσει την κυβέρνηση (και παρ' ολίγο την εξουσία, για να θυμηθούμε και την Περιστέρα) υπηρετούσε το όραμα της Αλλαγής και προέβαλε ψυχαναγκαστικά άλλες κορυφές των Ελληνικών Γραμμάτων π.χ. τον Καβάφη. Το αποτέλεσμα ήταν η περιορισμένη διδασκαλία του έργου του να τον περιγράφει ως μια καρικατούρα του εαυτού του, ένα καταθληπτικό, θρησκόληπτο, με απηρχαιωμένους λεκτικούς κώδικες. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι τίποτα απο αυτά. 

Η Αιμά είναι διωκόμενη αλλά πουθενά δεν παρουσιάζεται ως θύμα. Παρά τους περιορισμούς της φτωχής της ζωής, καλλιεργεί ένα ωραίο κήπο και όταν μπαίνει σε κίνδυνο, αντιδρά δυναμικά.

Στο πολιτικό πεδίο, ο Παπαδιαμάντης δεν ασπάζεται θεωρίες συνομωσίας για την δυστυχία των Ελλήνων της εποχής του (σε αντίθεση με κάποιους Έλληνες της εποχής μας) και αναφέρει ρητά την ευθύνη των ανθρώπων ως κύρια αιτία των προβλημάτων τους. Γράφει χαρακτηριστικά

<< ... τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν, ει πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι' ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν ...>>

Στο κοινωνικό πεδίο, ο Παπαδιαμάντης, δεν ανέχεται τους υποκριτές. Εξανίσταται ακόμα και με τις άδικες επιθέσεις προς την θεά του έρωτα Αφροδίτη και στηλιτεύει αυτούς που  <<... εν τω κρυπτώ μεν έθυον εις αυτήν και εις τον Διόνυσον και εις την αγέλην αυτού, εν τω φανερώ δε ύβριζον και διέσυρον>>.

Ο Παπαδιαμάντης, μάλλον δίκαια, έχει χαρακτηριστεί ως ο <<Άγιος>> των Ελληνικών γραμμάτων.
Είναι αγαθός, αλλα όχι αφελής, η κρίση του είναι αυστηρή αλλά ξέρει να δικαιολογεί . Εν τέλει, είναι ένας <<άγιος>> με λεπτό, ειρωνικό χιούμορ που ξέρει πότε πότε να χαμογελά πονηρά :

<<Ο Πρωτόγυφτος έγινε πράγματι άφαντος και ουδέν πλέον ηκούσθη περί αυτού. Όσον δια τον Βούγκον, ούτος εργαζόμενος φιλοπόνως εγηροτρόφησε την πτωχήν γύφτισσαν, μέχρις ότου οι δύο αυτής κρεμαστοί οδόντες έπεσον, και δεν ηδύνατο πλέον να μασσήση. Τότε δε παθούσα εξ ατροφίας μετέβη εις ανεύρεσιν των δύο κοπτήρων της>>.

Ζυρίχη, 2020/03/15