“Standing in the middle of the road is very dangerous; you get knocked down by the traffic from both sides.”
— Lady Margaret Thatcher
Όπως κάθε πρώτη του χρόνου μαζεύτηκαν οι μάγοι και οι ήρωες της φυλής μας, για να γιορτάσουμε την μέρα της ανεξαρτησίας μας. Χρειάστηκε να πάω στην κεντρική πλατεία απο την προηγουμένη για να καταφέρω να εξασφαλίσω μια θέση με θέα προς το δάσος στο οποίο θα συγκεντρωνότουσαν και φέτος οι πρωταγωνιστές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Άν και ήμουν μόλις τριάντα ετών ήμουν ήδη συνταξιούχος και έτσι είχα την πολυτέλεια του χρόνου.
Δέν ήταν αυτή η εθνική μας εορτή ανέκαθεν. Μόνο οι πιο παλιοί θυμόμαστε πια εκείνες τις μαθητικές παρελάσεις που κάναμε προς το τέλος του μήνα Μαρτίου, το αντίστοιχο της αρχής της Άνοιξης σήμερα. Στα σχολεία αναρτούσαμε στους τοίχους κάτι εικόνες απο σκληρό χαρτόνι με πρόσωπα τώρα ξεχασμένα απο τον κόσμο και την επίσημη λογοκρισία Αυτά όμως είχαν όλα αλλάξει. Σύμφωνα με τη νέα επέτειο γιορτάζαμε την ανεξαρτησία μας απο το παρελθόν. Εξ’ ου και η επιλογή της μέρας.
Το παρελθόν είναι βάρος. Αυτό το είχαμε καταλάβει όλοι. Στο επίσημο κατάλογο με τα επιχειρήματα για την αναγκαιότητα του νέου καθεστώτος, οι μάγοι της φυλής μας ανέφεραν το παράδειγμα πολλών γειτονικών λαών μας που αναλώθηκαν σε πολέμους με αφορμή γεγονότα παλιά. Εμείς δεν θα αφήναμε να μας συμβεί αυτό. Έτσι καταλήξαμε να γιορτάζουμε αυτή τη μέρα σαν την πιό ιερή μέρα του χρόνου.
Όπως εξήγησα ήδη ήμουν συνταξιούχος. Αυτό δεν σήμαινε ότι δεν εργαζόμουν. Κάθε άλλο. Συνταξιούχοι με νόμο του Υπουργείου Χρόνου χαρακτηρίζονταν όσοι είχαν ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο εμπειριών με αποτέλεσμα το βάρος του χρόνου να έχει ¨κυρτώσει τις πλάτες τους”, όπως λέγαμε παλιά. Σε αντίθεση με τους νέους συμπολίτες μας που δεν είχαν αφήσει το χρόνο να μολύνει τις σκέψεις τους, εμείς αποτελούσαμε τροχοπέδη για την πρόοδο της κοινωνίας. Στην αρχή σκέφτηκαν να μας σκοτώσουν. Στις επόμενες μέρες συζητήθηκε πάλι το θέμα μας στο υπουργικό συμβούλιο και κάποιος ανθρωπιστής με αφορμή την οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα μας θυμήθηκε το παλιό ρητό “η εργασία απελευθερώνει”. Έτσι αντί για να εκτελεστούμε αποφάσισαν να μας βάλουν να εργαζόμαστε διπλή βάρδια.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να κάνω μια παρένθεση για να εξηγήσω τη δομή της κυβέρνησης μας. Η κυβέρνηση μας εκλεγόταν απ’ ευθείας απο το λαό. Σύμφωνα με το σύνταγμα μας στις εκλογές το μόνο κόμμα που μπορούσε να συμμετέχει ήταν το κόμμα της Λογικής. Αυτό άλλωστε ήταν και το λογικό. Επι κεφαλής της κυβερνήσεως ήταν ο πρόεδρος. Πρόεδρος ήταν μια λέξη παλιά και δύσχρηστη γιατί γεννήθηκε σε μέρες ένδοξες, συνεπώς κανείς απο εμάς δεν ένιωθε και πολύ βολικά να την χρησιμοποιεί. Στην καθομιλουμένη ο λαός μας τον έλεγε πρωτο-καθισμένο γιατί στην αρχαία μας γλώσσα έδρα σήμαινε καρέκλα, κάθισμα. Σε ένα τοίχο τα πρώτα χρόνια μετά απο την Επανάσταση είδα να τον αποκαλούν και πρωτό-κωλλο σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία της λέξης έδρα. Έστριψα το βλέμμα μου και απομακρύνθηκα γρήγορα γιατί εκείνα τα χρόνια της πρώτης Τρομοκρατίας οι πράκτορες ήταν παντού και δεν ήθελα να με δούν να διαβάζω αντιδραστικά συνθήματα.
Το υπουργικό συμβούλιο ήταν ολιγομελές. Κάτω απο τον πρόεδρο ήταν ο υπουργός του Χρόνου που προανέφερα και ο υπουργός του Χώρου. Η επίσημη προπαγάνδα δεν τους ανέφερε ποτέ με τις ιδιότητες τους αλλά με τους τίτλους <<συμπαθής>> και <<παρα-συμπαθής>>. Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι άν χρησιμοποιούσαμε αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς θα δίναμε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση ήταν συντονισμένη σαν ένα σώμα. Το πιο πιθανό είναι όμως ότι στην πρώτη κυβέρνηση της επανάστασης κάποιος αντιδραστικός είχε παρεισφρύσει και επέβαλε αυτούς τους ειρωνικούς χαρακτηρισμούς. Γιατί εδώ που τα λέμε όλοι ξέραμε ότι οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν και οι καλύτερες. Μόνο ένας απο τους δύο θα μπορούσε να διαδεχθεί τον πρόεδρο και ο άλλος σύμφωνα με το σύνταγμα μας έπρεπε τότε να εγκαταλείψει το υπουργείο του. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι έπρεπε να βγεί “εκτός τόπου και χρόνου”. Η αθώα αυτή έκφραση σήμαινε για όσους ήξεραν, ότι ο ηττημένος θα διαφραφόταν απο τα αρχεία της επανάστασης και κανείς πια δεν θα μπορούσε να τον προσεγγίσει. Αυτή η πρακτική είχε προκαλέσει αντιδράσεις τα πρώτα χρόνια, αλλά η επίσημη άποψη ότι μια τέτοια αντιπαλότητα “ενίσχυε την διαλεκτική της Επανάστασης” επικράτησε.
Κάτω απο τον κάθε υπουργό ήταν οι τάξεις των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Οι δύο αυτές εκφράσεις ήταν παρμένες απο το απαγορευμένο βιβλίο. Ο ρόλος των γραμματέων ήταν να συντάσουν τις κρατικές αποφάσεις. Ο ρόλος των φαρισαίων ήταν να κάνουν πως ελέγχουν τους γραμματείς. Φυσικά συμφωνούσαν πάντα. Έτσι είχαν αποφασίσει οι μάγοι που συνέταξαν το σύνταγμα μας.
Μπορεί να φαίνεται πως οι φαρισαίοι δεν έκαναν τίποτα, όμως αυτό δεν ισχύει. Στην εξελικτική αλυσίδα της κοινωνίας μας οι φαρισαίοι ήταν η συνέχεια αυτών που κάποτε αποκαλούσαν δημοσιογράφους. Φυσικά η επίσημη άποψη δεν δέχονταν αυτή την ερμηνεία. Μερικά απο τα επιχειρήματα που ενίσχυαν αυτή την άποψη με έβρισκαν σύμφωνο. Στην αρχαία μας γλώσσα ο δημοσιογράφος έγραφε για τα θέματα του δήμου. Στο νέο καθεστώς η προσωπική μας ζωή είχε συρικνωθεί με αποτέλεσμα η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου να μην έχει πια νόημα. Συνεπώς δεν είχαμε πια ανάγκη και απο δημοσιογράφους.
Οι φαρισαίοι έκριναν δημόσια τις αποφάσεις των γραμματέων στην τηλεόραση. Εφημερίδες δεν υπήρχαν πλέον γιατί με δεδομένη την αντιπαλότητα του νέου καθεστώτος προς τον χρόνο, ποιός είχε διάθεση να ασχολείται με εφήμερα πράγματα; Οι φαρισαίοι μας έλεγαν απο την τηλεόραση για τις νέες αιώνιες αλήθειες. Η συνεχής τους εμφάνιση τους είχε κάνει πολύ δημοφιλείς σε αντίθεση με τους γραμματείς που έκριναν. Παρ’ όλα αυτά όμως κατα βάθος όλοι γνωρίζαμε ότι η ύπαρξη των μεν έδινε λόγο για την ύπαρξη των δέ.
Απο τον καιρό που το κόμμα της Λογικής είχε κερδίσει την εξουσία οι παλιοί μας εχθροί είχαν ξεσκεπαστεί και τα αρχαία μας έθιμα εκδιώχθηκαν απο τη ζωή μας. Στην αρχή ο λαός μας αντέδρασε. Η επίσημη προπαγάνδα ανακήρυξε όλους τους αντιρρησίες πρόσωπα ανεπιθύμητα και τους εξεδίωξε ανηλεώς.
Με συνέλαβαν αμέσως. Όταν άρχισαν τα πρώτα επεισόδια ήμουν ένας απο τους συνήθεις υπόπτους. Με είχαν δεί πολλοί στη γειτονιά να μπαίνω συχνά στο σπίτι των μαυροφορεμένων. Αρχικά θέλησαν να με συνδέσουν με τους σαμποτέρ στο Κέντρο Οικονομικού Προγραμματισμού του υπουργείου χρόνου. Ήξεραν όμως ότι δεν είχα καμμία σχέση και έτσι γρήγορα άλλαξαν πολιτική. Έφεραν στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας ασφαλείας του υπουργείου χώρου που με κρατούσαν ένα παλιό συμμαθητή μου που υπηρετούσε στο Κέντρο Επαρχιακής Περιστολής. της γειτονιάς μου.
“Αδυνάτησες” μου είπε όταν μπήκε στο δωμάτιο.
Είχα να δώ τον Βαγγέλη απο την εποχή που ήμουν σπουδαστής. Είχε γίνει πιο παχύς από ότι ήταν στο σχολείο.
Στην αρχή θεώρησα ότι με προκαλούσε για να κάνω κάποιο σχόλιο για την άθλια οικονομική μας κατάσταση. Κατάφερα όμως να συγκρατηθώ γιατί μια τέτοια βιαστική απάντηση θα δυσκόλευε τη θέση μου.
“Γυμνάζομαι γιατί αλλιώς με την καθιστική δουλειά θα είχα πρόβλημα” απάντησα με κάποια αφέλεια. “Πώς έμπλεξα έτσι;” σκέφτηκα . Δεν ήμουνα κανένας επαναστάτης. Ένας υπάλληλος στο τμήμα υπολογισμών της διεύθυνσης παραγωγής του υπουργείου χώρου ήμουνα, Αφού η επανάσταση έκλεισε την εταιρεία που εργαζόμουν κατάφερα με τις γνωριμίες του πατέρα μου να διορισθώ στη θέση αυτή,
Ο Βαγγέλης διέταξε τον φρουρό να μου λύσει τα χέρια απο τις χειροπέδες.
“Γιατί με κρατάτε;” ρώτησα.
“Ασχολήσαι με την Ιστορία:” με ρώτησε ο αξιωματικός ανάκρισης.
“Ξέρω απο πρώτο χέρι ότι έχεις διαβάσει τον Παππαρηγόπουλο και τον Μαρκεζίνη” είπε ο Βαγγέλης.
Κατέβασα το κεφάλι.
“Ξέρεις ότι και μόνο με αυτή την κατηγορία θα μπορούσα να σε κάνω συνταξιούχο;” παρατήρησε ο αξιωματικός ανάκρισης.
“Στο παρελθόν μόνο” είπα. “Και μάλιστα μόνο μια φορά το κάθε βιβλίο”.
“Στο παρελθόν!!! Στο παρελθόν!!!” ούρλιαξε ειρωνικά ο αξιωματικός.
“Δεν ξέρεις ότι ακόμα και να το αναφέρεις είναι αδίκημα; Η Επανάσταση κατήργησε το παρελθόν.!!!” είπε ο αξιωματικός.
Έμεινα να τον κοιτάω με το ύφος του παιδιού που ξέρει πως ότι και να κάνει θα τιμωρηθεί.
Ο Βαγγέλης με τον αξιωματικό αποτραβίχτηκαν.
“Λέει ψέματα” είπε ο Βαγγέλης. “στο σχολείο μας τα είχε πρήξει με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη”
“Αν έχει προχωρήσει τόσο πολύ στο χρόνο, ίσως πρέπει να φωνάξουμε την Αντιτρομοκρατική” είπε ο αξιωματικός.
“Δεν νομίζω” απάντησε ο Βαγγέλης. “Πιο πολύ μιλάει για τον παρελθόν παρά πράττει. Δεν τον θεωρώ πραγματικά επικίνδυνο. Καλύτερα να τον αφήσουμε και να τον παρακολουθούμε να δούμε που το πάει”
“Θα τον κάνω εγώ συνταξιούχο για μερικά χρονάκια να μάθει.” είπε ο αξιωματικός “και τις ιστοριούλες που λέει να τις ξεχάσει.. Θα τον στείλω εγώ στην Άνω Χώρα και θα στρώσει”
Βυθισμένος σε αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβα ότι η γιορτή είχε ήδη αρχίσει. Το τελετουργικό απαιτούσε οι μάγοι να αποφασίσουν για τα νέα χρώματα της σημαίας μας τον καινούριο χρόνο. Μπορεί να ακούγεται χαζό αλλά αυτή η πράξη είχε το συμβολισμό της. Τη μέρα της ανεξαρτησίας απο το παρελθόν έπρεπε να ξεχάσουμε ότι μας συνέδεε με αυτό. Εφεραν το μεγάλο δοχείο με τα χρώματα και το τοποθέτησαν στο κέντρο του δάσους. Σύμφωνα με το σύνταγμα ο πρόεδρος είχε την αρμοδιότητα για αυτό το καθήκον. Αυτό ήταν και το μόνο πράγμα που έκανε. Όλοι όμως αναγνωρίζαμε τη σπουδαιότητα αυτής της πράξης και για αυτό τον εκτιμούσαμε.
Πρώτος άρχισε να μιλάει ο υπουργός του Χρόνου.
“Μου φαίνεται εξοχώτατε πως και φέτος θα κάνουμε θαυμάσια δουλειά”
“Αυτό ελπίζουμε όλοι” απάντησε ο πρόεδρος
“Προτείνω λοιπόν¨να αρχίσουμε”.
“Ας μην χάνουμε καιρό”.
Ήρθαν οι εκπρόσωποι από κάθε μια από τις επτά συνοικίες της πόλης μας. Κάθε ένας θα πρότεινε από ένα χρώμα για τη νέα μας σημαία.
Πρώτος μίλησε ο εκπρόσωπος της εργατικής συνοικίας.
“Εξοχώτατε. Και αυτή η χρονιά ήταν δύσκολη για την εργατική τάξη. Χύσαμε αίμα για να πάει μπροστά ο τόπος. Προτείνω λοιπόν να βάψουμε τη σημαία κόκκινη.”
Ο εκπρόσωπος της εμπορικής συνοικίας τον διέκοψε αμέσως.
``Νομίζω τα παραλέει ο αξιότιμος εκπρόσωπος της εργατικής συνοικίας. Η σημαία μας πρέπει να βαφτεί γαλάζια. Αυτό εκφράζει το χαρακτήρα του λαού μας.’’
Ο εκπρόσωπος της οικολογικής συνοικίας γέλασε ειρωνικά.
``Εδώ χάνεται ο πλανήτης και θα κοιτάμε χαρακτήρες; Πράσινη πρέπει να βαφτεί η σημαία μας.”
Σε αυτό το σημείο ο καυγάς άναψε για τα καλά και ο κάθε ένας φώναζε για κάθε ένα απο τα χρώματα της ίριδας.
Στο τέλος ο πρόεδρος μας — είναι καλόψυχος και δεν θέλει να χαλάει το χατίρι σε κανένα- αποφάσισε το καλύτερο: να βάψουμε τη σημαία με όλα τα χρώματα!
Πήρε το σκήπτρο του και άρχισε να ανακατεύει τα χρώματα μες το δοχείο. Κανείς δεν μιλούσε εκείνες τις στιγμές γιατί όλοι συναισθανόμαστε τη σημασία που θα είχε το χρώμα της σημαίας μας για τον νέο χρόνο. Μετά από κάποια λεπτά ανακατέματος ο πρόεδρος σταμάτησε ιδρωμένος και οι μπογιατζήδες ανέλαβαν να βάψουν την νέα μας σημαία με το χρώμα που είχε προκύψει στο δοχείο. Μετά, το τελετουργικό απαιτούσε την ανάρτηση της, έτσι που όλοι εμείς στο συγκεντρωμένο πλήθος έξω απο το δάσος να τη δούμε.
Με είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος όταν με ξύπνησαν οι φωνές ενός πιτσιρίκου δίπλα μου που είχε έρθει με τον πατέρα του για να δεί τη νέα μας σημαία.
<<Είναι λευκή!!! Είναι κατάλευκη!!! Στο έλεγα μπαμπά>>
Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη νέα λευκή μας σημαία να κοιματίζει στο δάσος.
Και τότε κατάλαβα πλέον ότι είχαμε παραδοθεί εντελώς.
